[]
[Web Creator] [LMSOFT]

Tο κλειστό παράθυρο

                                 της Αλέκας Πασχάλη


Πόσα χρόνια πέρασαν, αλήθεια!

Σαν χθες της φαινόταν.  Και τώρα που ήρθε, είναι όλα τα ίδια, µα τίποτα δεν είναι όπως τα άφησε. Νάτην και πάλι στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόµο, στο ίδιο σπίτι, µα … τα παράθυρα κλειστά, σφιχτά µανταλωµένα.

Ένα σφίξιµο ένιωσε και στάθηκε να κοιτάξει, αναρωτώντας το γιατί. Ένα γιατί της τρώει τα σωθικά.

Με χέρι που τρέµει και κοµµένη την ανάσα, µε µπερδεµένα τα συναισθήµατά της, χτυπάει το κουδούνι. Περιµένει λίγο και ξαναχτυπά. Καµµιά απάντηση.  Κανείς δεν ήρθε να της ανοίξει. Μερικές στιγµές ακόµα περιµένει και αποφασίζει: Ανοίγει την τσάντα της και ψάχνει στα κλειδιά της να βρει εκείνο το παλιό κλειδί. «Πού είναι...» µονολογεί «µα που είναι;... Α, νάτο». Το βάζει στην κλειδαριά και, σιγά σιγά, µε κάποια αγωνία, ανοίγει. Η πόρτα υποχωρεί. Περιµένει. Κανένας ήχος, καµία κίνηση. Κάνει µερικά βήµατα προς τα µέσα, στην είσοδο, σταµατά και αφουγκράζεται. Τίποτα. Τα παντζούρια κλειστά, µέρα µεσηµέρι! Τι έγινε, τι συµβαίνει, συλλογίζεται.

Κρύος ιδρώτας την περιέλουσε.

Βάζει µια φωνή «Ε,... Νοικοκυραίοι!» δεν παίρνει καµµιά απάντηση. Προχωρά στο βάθος, ανοίγει µια πόρτα και µπαίνει µέσα. Μόνον οι βαριές, νέες κουρτίνες στη σάλα ήταν ανοιχτές. Κι αυτές όµως είχαν χάσει το ζωντανό χρώµα τους. Πόσο άδειο της φαινόταν τώρα το σπίτι. Εκείνη ήρθε, µα που είναι αυτοί που την περίµεναν! Τους ένιωθε γύρω της µα δεν τους έβλεπε.

Μια παγωνιά της τύλιξε τα πόδια και την καρδιά και µια µυρωδιά κλεισούρας την έπνιξε. Ήρθε αργά άραγε, αναρωτήθηκε. Χτυπιέται, κλαίει,  δέρνεται. Τα µάτια της δε σταµατούν να τρέχουν.

Βγαίνει έξω,  κοιτάζει τριγύρω την αυλή και τη βρύση στην άκρη, που ο κισσός την είχε κρύψει.

Τι αναµνήσεις! … Όµορφες στιγµές γεµάτες ζωντάνια και ζεστασιά … και τώρα η παγωνιά και η βουβαµάρα ρίχνουν το βαρύ τους πέπλο. Της έρχεται να το βάλει στα πόδια, να φύγει ο εφιάλτης. Όµως µένει. Δεν φεύγει. παλεύει µε τον ψεύτη, άτεγκτο, αµείλικτο χρόνο.

Φτιάχνει έναν καφέ, όπως παλιά. Πηγαίνει στη σάλα, ανοίγει τα παντζούρια να µπει µέσα ο Φοίβος, ο Φωτοδότης Ήλιος, να φωτίσει και να ζεστάνει το δωµάτιο και την καρδιά της. Ρίχνει το ταλαίπωρο κορµί της στη βαθιά πολυθρόνα και κοιτάζει από το κλειστό τζάµι το δρόµο. Ρουφά µια δυο γουλιές ελληνικό καφέ και πέφτει σε σκέψεις …

Ξαφνικά ... Χτυπά το κουδούνι!

Ξαφνικά χτυπά το κουδούνι και τάραξε τις σκέψεις της. “Μπα, ποιος να είναι;” αναρωτήθηκε. Βγαίνει στην  αυλή και πηγαίνει προς την εξώπορτα, με αργά, βαριά βήματα ρωτώνας έκεφα “Ποιος είναι;”.

-Εγώ, απαντά μια ζωηρή φωνή, καλωσόρισες, της φωνάζει.

Επιταχύνει τα βήματά της κι ανοίγει την εξώπορτα. Το αίμα της πάγωσε. Της ήρθε κάτι σαν ζάλη, τα χείλη της σφίχτηκαν. Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της και δεν μπορεί να βγει η φωνή της, πνίγεται... Το μυαλό της γυρίζει, τρελλές σκέψεις περνούν γρήγορα απανωτές. Τα δευερόλεπτα φεύγουν αργά, λες και ο χρόνος σταμάτησε στο τότε. Τότε, που έφυγε μακριά, στα ξένα. Τι να ειδε άραγε η τρικυμισμένη ψυχή της κι έμεινε στήλη άλατος; Φάντασμα του παρελθόντος, ή μήπως βλέπει όνειρο, μήπως κοιμάται ακόμα;

Μα όχι, αυτή που είναι μπροστά της την αγκαλιάζει, την φιλά και κλαίει. Δεν μπορεί να είναι όνειρο, ούτε φάντασμα. Έχει σάρκα, έχει οστά, έχει μιλιά. Τα φαντάσματα δεν μιλούν, δεν σ’ αγκαλιάζουν και προπάντων δεν κλαίνε. Τι συμβαίνει λοιπόν;  Ποια είναι αυτή η γυναίκα και την αγκαλιάζει, την φιλά και τα δάκρυα τρέχουν στο πρόσωπό της! Τα μάτια της στυλωμένα πάνω σ’ αυτήν τη γυναίκα που λάμπει από χαρά, ευτυχία και συγκίνηση. Την κοιτάζει, την ξανακοιτάζει χωρίς μιλιά. Μπερδεμένη στο όνειρο και στην πραγματικότητα, στο ψέμα και στην αλήθεια. Δεν ξέρει τη να πιστέψει.

Ξαφνικά τα χείλη ανοιγοκλείνουν και ψιθυρίζουν “ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ!”... Κι αμέσως συνέρχεται από το λήθαργο, φεύγει μακριά από τις ονειροπόλες σκέψεις της. Δεν είναι “η μανούλα της” είναι η αγαπημένη της ξαδέλφη και φίλη της. Τι ομοιότητα, Θεέ μου! Πόσο μοιάζει της μητέρας της, τώρα που μεγάλωσε και φάνηκαν τα πρώτα χιόνια στα μαλλιά της και τα κιλά της προστέθηκαν, όπως και τα χρόνια... Αυτό δεν το είχε σκεφθεί, ούτε φαντασθεί. Αλλά γιατί όχι, μήπως δεν είναι από το ίδιο αίμα; Τα γονίδια,  βλέπεις, η κληρονομικότητα. Δάκρυα χαράς και αγκαλιές και φιλιά. Δεν θέλει να αφήσει αυτή τη ζεστή αγκαλιά. Πόσο της έλειψε, πόσο της λείπει. Αχ, πόσο της θυμίζει τα όμορφα περασμένα χρόνια...  Τότε που την χτένιζε και της έδενε τους φιόγκους στα μαλλιά της τραγουδώντας με την όμορφη φωνή της, που την κανάκευε και της έλεγε τα αγαπημένα της παραμύθια (Την Χιονάτη και την Ραπανζέλ, Την Πούλια και τον Αυγερινό, Το Χίλιες και μια Νύχτες, Τον Αλή-Μπαμπά και τους σαράντα κλέφτες, τον Αλαντίν και το ΤΖΙΝΙ) και τόσα άλλα.Το πρώτο παιδί της ξαδέρηφς της ήταν η πρώτη αληθινή κούκλα. Τι τρελλά παιχνίδια έκανε μ’ αυτήν την ζωντανή, την αληθινή κούκλα. Αγκαλιασμένες προχωρούν στη σάλα. Κάθονται μαζί στον παλιό, βαρύ καρυδένιο καναπέ  κοιτάζονται και δεν μιλούν. Μόνο τα μάτια μιλούν τη δική τους γλώσσα. Δεν χορταίνουν να κοιτάζουν η μια την άλλη.

Σε λίγο σπάει η σιωπή κι αρχίζουν τα νέα, ευχάριστα και δυσάρεστα μαζί. Μα ξαφνικά το σπίτι γεμίζει από χαρούμενες ζωηρές φωνές. Αγκαλιές και φιλιά ξανά και ξανά. Η καρδιά της ζεστάθηκε, κοντεύει να σπάσει από χαρά και συγκίνηση. Τα πόδια της δεν την κρατούν. Νομίζει ότι θα πέσει κάτω. Σιγομουρμουρίζει μόνο: Δεν με ξεχάσατε ούτε κι εσείς, όπως κι εγώ. Σε καρτερούσαμε πάντα να γυρίσεις κοντά μας, της λένε.

Αχ, αυτός ο χρόνος ο κλέφτης, ο αδύστακτος, ο άτεγκτος, ο αμείλικτος, άφησε τα ανεξήτιλα σημάδια του, σκέφτεται. Τι σκληός άκαρδος που είναι ο χρόνος.

Τι θα γίνει τώρα, συλλογίζεται. Θα μείνει, θα φύγει; Δυο κόσμοι, δυο αγάπες. Θέλει να μείνει μα και το άλλο μισό να φύγει. Δυο αγάπες σε μια καρδιά. Ω! Πόσο δύσκολο είναι να διαλέξει...

Οι σειρήνες του Οδυσσέα άρχισαν κι όλας το τραγούδι τους και την μαγεύουν, όπως κι αυτόν τότε στα παλιά. Αλλά οι σύντροφοί του δεν το άκουγαν και τα κουπιά έσχιζαν γρήγορα το νερό και φεύγανε μακριά. Μα κι αν ξέφυγε από το μαγευτικό τραγούδι των σειρήνων, είχε πολλές περιπέτειες και δύσκολο δρόμο της επιστροφής στην Ιθάκη. Στο τέλος όμως νίκησε “το νόστιμον ήμαρ” , η νοσταλγία για την πατρίδα ήταν πιο δυνατή. “Να δω καπνόν να βγαίνει από την καπνοδόχο των σπιτιών της Ιθάκης και ας αποθάνω”, είχε πει.

Έτσι τώρα κ ιαυτή παλεύει με τ’ άγρια κύματα, τα θεριά και τα σοιχειά, σαν άλλος Οδυσσέας. Θυμάται τα λόγια του, θυμάται και τον Κάλβο: “Ας μην μου δώσει η μοίρα μου, εις ξένην γην τον τάφον. Είναι γλυκύς ο θάνατος, μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα”.

Η έλξη του γυρισμού γίνεται ακόμα πιο δυνατή, σαν μαγνήτης τον τρβά και μονολογεί τα λόγια του Σπεράντζα: “Της οικουμένης τα καλά, όσο κι αν είναι αυτά πολλά  με ‘κείνην δεν τ’ αλλάζω”.

Θέλει την Ιθάκη της και ας είναι μακρύς και δύσκολος ο γυρισμός. Η Ιθάλη είναι εκέι, είναι εδώ, την περιμένει. Δεν την γέλασε η Ιθάκη , μα κι αν άτηςργησε τι μ’ αυτό, γύρισε φορτωμένη μ’ αυτά πο είδε, άκουσε, και έμαθε στα ξένα σαν άλλος Οδυσσέας.