125η Συνεέχεια από το προηγούμενο
Η Αθαλία στο νοσοκομείο πλάι στον πατέρα της, του κρατούσε ακόμα το χέρι. Φαινόταν να συνέρχεται από τη νάρκωση. Η κοπέλα έριξε μια ματιά στο ρολόι της. Είχαν περάσει δεκαπέντε λεπτά από τότε που τον έφεραν από το χειρουργείο. Τη στιγμή που έμπαινε η νοσοκόμα εκείνος άνοιγε τα μάτια του.
Πάνω στην ώρα μπήκε και η Γιοβάννα, η γιατρός τους, είχε έρθει, φαίνεται, από το άλλο νοσοκομείο όπου εργάζεται, για να δει τον πατέρα της Αθαλίας.
Σοβαρή φαίνεται, σκέφτηκε η Αθαλία. Σίγουρα την ενημέρωσαν οι άλλοι, ξέρει λοιπόν καλύτερα την κατάστασή του...
Η Γιοβάννα δε μίλησε. Η νοσοκόμα παραμέρισε για να της κάνει χώρο να πλησιάσει στο κρεβάτι. Εκείνος γύρισε το βλέμμα του ψηλά και την κοίταξε. Της χάρισε ένα χαμόγελο που του το ανταπόδωσε εκείνη αμέσως. Του έπιασε το σφυγμό.
Γιατί δε μιλάει, γιατί δε μου είπε τίποτα; ... σκεφτόταν η Αθαλιά. Πάντως το ότι δε θα ζήσει για πολύ είναι σίγουρο, αφού έτσι ήταν η διάγνωση των γιατρών που τον έβαλαν στο χειρουργείο. Αχ, πατερούλη μου!...
Εντάξει, μια κοφτή κουβέντα από τη Γιαβάννα, που συνέχισε απευθυνόμενη στον ασθενή στα ρωσικά.
Εκείνος γύρισε το κεφάλι προς την Αθαλία και είπε δυο κουβέντες ρωσικά, χαμογελώντας. Η κοπέλα απάντησε στην ίδια γλώσσα, σε κάπως αυστηρό τόνο.
Η νοσοκόμα έριξε μια γρήγορα ματιά στους τρεις τους και βγήκε από το δωμάτιο. Ήταν η μόνη που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα.
ΚΙ η Γιοβάννα όμως δεν έμεινε.
-Θα πρέπει να πηγαίνω.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ, Γιαβάννα, που έκανες τόσο δρόμο από το νοσοκομείο σου να έρθεις εδώ, της ψιθύρισε η Αθαλία και τη φίλησε. Αργότερα θα περάσω από κει να δω τον πεθερό μου, εκεί τον έχουν.
-Ναι, έκανε βιαστικά η Γιοβάννα φεύγοντας, δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο.
Η Αθαλία πήγε πολύ κοντά στον πατέρα της, του έσφιξε το χέρι και άρχισε να σιγοτραγουδάει στα ρωσικά ένα παιδικό τραγουδάκι. Εκείνος την κοίταζε στα μάτια. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Τι καυτά που είναι τα δάκρυα καμιά φορά...Δε βάσταξε. Άρχισε να ψιθυρίζει το τραγουδάκι κι εκείνος. Η Αθαλία του χαμογελούσε. Καμιά φορά και τα καυτά δάκρια είναι κολλητικά, φαίνεται...
Ήταν το τραγουδάκι στις κούνιες, στην παιδική χαρά στη Μόσχα. Το τραγουδάκι που της είχε μάθει εκείνος.
Ο γιατρός πέρασε να τον δει. «Αύριο θα έχουμε νεότερα» είπε στην κοπέλα. «Καλό θα είναι όμως να τον αφήσουμε μόνο τώρα.»
Φτάνοντας στο άλλο νοσοκομείο όπου είχαν τον πεθερό της άφησε την εικόνα του πατέρα της που στριφογύριζε στο νου της όλο το διάστημα και, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, είπε σοβαρά στον εαυτό της «Μωρέ, πατέρας μου πρέπει να είναι!» τονίζοντας εκείνο το «πρέπει».
Ήταν σούρουπο κιόλας. Στο δωμάτιο του πεθερού της ήταν κι ο άντρας της με τον μικρό.
-Μαμάκα, μου! Έτρεξε πάνω της ο Παυλάκης.
-Πώς τα πάμε, τι γίνεται; Ρώτησε η Αθαλία κουρασμένα τον πεθερό.
-Μην ανησυχείς, Αθαλία μου, όλα καλά είναι. Αύριο βγαίνω.
Εκείνη κοίταξε την Κατερίνα και τους άλλους ερωτηματικά αλλά πριν προλάβει πετάχτηκε ο άντρας της «Καλά λέει, αύριο βγαίνει».
***
Στην κουζίνα της Αλκμήνης ήταν η μικρή η Τάνια. Η μητέρα της είχε μισοξαπλώσει σε μια πολυθρόνα χωρίς όρεξη να κουνηθεί.
-Τάνια... Τάνια! Πού είσαι, χρυσό μου;
-Στην κουζίνα, μαμά , ετοιμάζω τη σούπα.
-Σούπα κάνεις; έκανε η Αλκμήνη παραξενεμένη.
-Ναι. Μαμά μου, σε λίγο πρέπει να έρθει ο μπαμπάς και θα καθίσουμε όλοι στο τραπέζι.
Η Αλκμήνη, ξύπνησε καλά τώρα, συνήλθε. Βρε το κοριτσάκι μου, μονολογούσε σιγά. Πόση βοήθεια μου έχει προσφέρει τελευταία με όλα τα γεγονότ α, με ό,τι τράβηξα... Έχει δίκιο όμως η Αθαλία. Πρέπει να τα ρίξω όλα πίσω μου και ν’ αρχίσω μια καινούργια ζωή με τον άντρα μου και το παιδί μου. Εκείνο το τέρας που μ’ έριξε στο βούρκο βγήκε από τη ζωή μου για πάντα.
***
Η Αθαλία πήρε τον Παυλάκη στο αυτοκίνητο φεύγοντας από το νοσοκομείο για το σπίτι. Ο Χαρίλαος ερχόταν μόνος του με το αυτοκίνητό του.
Τελειώνει ο πατέρας μου... οι σκέψεις δεν άφηναν την Αθλία. Αυτό ήταν λοιπόν. Θα τη βγάλει τη νύχτα άραγε;
(Συνεχίζεται)