Ιστοριούλες για μικρούς και για μεγάλους
Το κοριτσάκι με το παγωτό
Τον κοίταζε. Τον κοίταζε ώρα τώρα.
Εκείνος έγραφε. Έγραφε.
Το κεφάλι σκυμμένο στο χαρτί.
Έγραφε.
Το κοριτσάκι απορούσε – τι να γράφει τόση ώρα, δεν πιάνεται το χέρι του;... Αλλά, και κάτι άλλο: Μέσα σε τέτοια ζέστη δε δίψασε;... Μου φαίνεται καταϊδρωμένος. Το ποτήρι πλάι του έχει αδειάσει.
Γυρίζει στη μητέρα της που διάβαζε ένα βιβλίο του Εμίλ Ζολά.
-Μαμάκα,... Μαμά... Μαμάκα μου (πιο δυνατά αυτό το τελευταίο), η Μαμάκα της χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει έβγαλε ένα βραχνό «Ναι... Τι θέλεις;»
-Μαμάκα μου, δώσε μου να αγοράσω παγωτό από το περίπτερο.
Η Μαμάκα, υπάκουσε μηχανικά, και της έδωσε κάτι χρήματα.
Χαρά η μικρή, βουτάει το παγωτό και τρέχει στον άνθρωπο που έγραφε. Από κοντά της φάνηκε γέρος. Στάθηκε κοντά του με το χωνάκι το παγωτό στο χέρι.
Εκείνος σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι βιαστικά.
-Σου έφερα παγωτό, είπε η μικρή.
Της χαμογέλασε. «Πώς σε λένε;»
-Μαρίτσα.
Κρατώντας το μολύβι στο χέρι για να μη διακόψει το γράψιμο είπε σιγά «Σ’ ευχαριστώ. Βάλ’ το όρθιο στο ποτήρι για να μην πέσει...»
Από μακριά δεν πήρε το βλέμμα της από πάνω του.
Εκείνος έγραφε. Έγραφε.
Το κεφάλι σκυμμένο στο χαρτί.
Έγραφε...
Το παγωτό έλυωσε.
Ντίνος Γκρους
Άγγιγμα που μιλάει
Καμιά φορά κάνουμε κινήσεις ασυνείδητα, ή συνειδητά, και δεν περνά ποτέ από το νου μας οι επίδραση που κάνουμε σε τρίτα πρόσωπα.
Η γυναίκα, στο νοσοκομείο, σ’ ένα κρεβάτι, είχε τα μάτια στραμμένα στο μισοσκότεινο ταβάνι. Βλέμμα απλανές σε σκέψεις απόμακρες. Ξεφτισμένο γαλανό πρέπει να ήταν το χρώμα στο ταβάνι. Μα σωστά, έτσι πρέπει να ήταν – ψευδαίσθηση που σου ’δινε ουρανό.
Δεν πρόσεξε τον άνθρωπο που έμπαινε σιγά σιγά κι αθόρυβα, σαν να’θελε να μην ενοχλήσει, σαν να μην ήξερε τι θα αντιμετώπιζε.
Στάθηκε πλάι της, πολύ κοντά της, ακουμπούσε σχεδόν στο κρεβάτι. Στύλος λιγνός, ακίνητος, την κοίταζε. Πώς μάζεψε το πρόσωπο, απορούσε. Πού και πώς χάθηκε εκείνη η φρεσκάδα!
Χωρίς να κινήσει το κεφάλι εκείνη κίνησε τα μάτια. Πάνω του, στο πρόσωπό του, στα μάτια του.
Επικοινωνία οπτική. Μιλούσε εκείνη, έλεγε κι εκείνος. Με τα μάτια.
Το καλό, όταν μιλούν τα μάτια, η επικοινωνία γίνεται συγχρόνως. Δεν μπορείς να πεις «Περίμενε να τελειώσω και μετά μου λες». Χείμαρρος οι λέξεις, φράσεις, έννοιες. Τι πολλά που είπαν μέσα σε ένα λεπτό, αν πήγε και λεπτό!
Άπλωσε το αριστερό του χέρι. Απαλά άγγιξε το δικό της, το δεξί που ήταν απλωμένο ίσια και παράλληλα με την κόψη του κρεβατιού. Της έσφιξε το χέρι, με μεγάλη προσοχή, ίσως για να δει πόσο σφίξιμο μπορούσε να δεχθεί εκείνη.
Και τα μάτια;... Δεν έπαψαν να μιλούν.
Τόσα και τόσα είπαν με τα μάτια που τώρα πήρε μέρος στη συζήτηση και ένα άγγιγμα. Νέα επικοινωνία: το άγγιγμα. Πόσα λόγια της ψυχής!
Ντίνος Γκρους
Η Μαμά και η Μαμά της
Μεγάλωσε η μαμά. Πέρασε τα ογδόντα πέντε. Τα γηρατειά βέβαια δεν είναι αρρώστια αν και πολλές φορές, όπως λένε, «δεν έρχονται μόνα τους»! Έτσι η μαμά άρχισε να ξεχνά. Γρήγορα αυτό έγινε πρόβλημα, σε σημείο που η κόρη της ανησύχησε. Δεν μπορούσε να την κοιτάξει η ίδια γιατί κι αυτή υπέφερε από μερικά πράγματα. Πήραν, λοιπόν, την απόφαση με το σύζυγο και τα παιδιά τους, και την έβαλαν σε έναν οίκο ευγηρίας.
Ανησυχούσαν, βέβαια, στην αρχή, για το πώς θα αντιδρούσε εκεί, αν θα προσαρμοζόταν εύκολα. Ευτυχώς όμως πρόβλημα δεν παρουσιάστηκε.
Η κατάστασή της όμως σχετικά με τη μνήμη χειροτέρευε, μέχρι που μια μέρα η κόρη της κατά τη συνηθισμένη της επίσκεψη στη μαμά, τα ’φερε!.
«Καθίστε εδώ... Πώς είστε;» η μάνα τής μιλούσε στον πληθυντικό!
«Γιατί μου μιλάς έτσι;... Καλέ Μαμά, τι έπαθες;»
«Α!... Η κόρη μου είσαι;»
Αυτό όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά στο τι έμελε ν’ ακολουθήσει.
Ένα καλό πρωί, οι υπάλληλοι στην είσοδο του ιδρύματος, είδαν τη Μαμά να κατεβαίνει καλοντυμένη, με κοντή φουστίτσα (είχε πιάσει με καρφίτσες τη φούστα της για να την κοντύνει), με μια τσάντα στο χέρι, καπελάκι στο κεφάλι...
Η κοπέλα στην είσοδο τη ρώτησε «Για πού το βάλαμε;...», απορώντας για την εμφάνιση και το ύφος της – γελούσε σαν μικρό παιδάκι.
Και η Μαμά με το παιδικό χαμόγελο απάντησε χαρούμενη: «Θα’ρθει η μαμά μου να με πάρει στο σχολείο...»
Μικρή-Μεγάλη Ελλάδα...
Ο Μάρτιος είναι γεμάτος από παραδοσιακές συνήθειες, ήθη από πολύ παλιά, που θυμίζουν την «Ελληνικότητα», τις ρίζες, και τι σημαίνει να κατάγεται κανείς από τη Μικρή-Μεγάλη Ελλάδα.
Στις σελίδες της σημερινής έκδοσης θα βρείτε πολλά που ίσως ξεχάσατε, που ίσως νοσταλγήσετε, που ίσως είστε από τους λίγους εκείνους που τα ζείτε κι εδώ ακόμα.
Αυτά με φέρνουν κάπου στη Νέα Υόρκη πριν μερικά χρόνια σε κάτι σχετικό που θα ήθελα να αναφέρω. Σε μια ομιλία μου γνώρισα κάποιον κύριο που του θύμισα «πολλά», όπως μου είπε, μετά τη διάλεξη.
Είχε πάει στην Αμερική νεαρός, σταλμένος προσωρινά από ένα γραφείο εφοπλιστών που είχε έδρα στον Πειραιά, όπου εργαζόταν. Στην Νέα Υόρκη γνώρισε Έλληνες που είχαν μεταναστεύσει και τον κατάφεραν με χίλια ζόρια να μείνει εκεί, του είχαν δουλειά έτοιμη σε γουναράδικα. «Πολλά λεφτά...» όπως έλεγαν. Πράγματι έμεινε και σιγά σιγά έφτασε να έχει δική του επιχείρηση. Από οικονομικής πλευράς ήταν καλά, αλλά, όπως έλεγε, «Μου έλειπε κάτι!»
Ομολόγησε ότι έχανε την ελληνικότητά του, που μάλιστα, μου είπε «...δε θα μπω σε λεπτομέρειες γιατί αυτή η λέξη τα λέει όλα».
Και τελείωσε με τα ακόλουθα λόγια: «Όταν μου λένε καμιά φορά οι εδώ Έλληνες: - Είδες, δεν θα τα είχες όλα αυτά στην Ελλάδα!... απαντούσα:- Αυτά τα χρόνια εδώ, μου στοίχισαν τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τ’ αδέρφια μου. Αυτά θα τα είχα στην Ελλάδα. Επίσης, μου στοίχισαν δύο καρδιακά επεισόδια με τη σκληρή δουλειά, που δεν μπορώ πλέον να εργαστώ. Θα σας κάνω όμως μιαν ερώτηση. Έχω χρήματα να πληρώσω όσα μου ζητήσει κανείς, αν θα μπορούσε να μου προσφέρει εδώ, μια βόλτα στην ακροθαλασσιά, στον Πειραιά, ένα βραδάκι στο Φάληρο!
Αυτά θυμάμαι, πολλές φορές το χρόνο, όταν υπάρχει κάτι το Ελληνικό που εδώ το χάνουμε. Κάποια χρονιά, φοιτητής στην Ελλάδα, ήταν Πάσχα. Σπίτι δεν είχα, συγγενείς δεν είχα, πήγα για μεσημεριανό φαγητό σε ένα εστιατόριο όπου σύχναζα. Με το φαγητό ο εστιάτορας μου έφερε ένα κόκκινο αυγό. Κρατούσε άλλο ένα στο χέρι του. «Έλα, Χριστός Ανέστη!»... τσουγκρίσαμε. ...
Ντίνος Γκρους
Σ’ ένα μήνα και δυο μέρες
Άρχισε να σουρουπώνει. Σε μια πέτρα κάθεται μόνη με τα μάτια καρφωμένα στο μεγάλο, μισό δίσκο του ήλιου που χαμηλώνει στον ορίζοντα, χαϊδεύοντας δυο χρυσαφένια συννεφάκια καθώς περνά ανάμεσά τους. Να τους είπε καληνύχτα άραγε πριν να κοιμηθεί πίσω από τα βουνά; Αναρωτιόταν η γυναίκα στην πέτρα.
Εσύ τι λες μικρούλη μου; ...ψιθύρισε στο παιδάκι που κρατούσε στην αγκαλιά της.
Άρχισε να το κουνάει νανουρίζοντάς το.
Το λιγοστό νερό που κυλούσε στο ρυάκι τής χάριζε την κατάλληλη μουσική εκείνη τη στιγμή. Δυο κοριτσάκια μπήκαν στα νερά, τσαλαβούτησαν κι ύστερα κάθισαν να κάνουν τα τσίσα τους – το ρυάκι ήταν η μοναδική «τουαλέτα» για όλο το χωριό.
Η γυναίκα διασκέδαζε με το θέαμα και τότε θυμήθηκε πως χρειαζόταν λίγο νερό για την καλύβα της. Πήρε ένα κανάτι και πήγε λίγο πιο πάνω στο ρυάκι να πάρει νερό. Ήπιε εκείνη – τι ωραίο, δροσερό και ...μυρωδάτο!... γέμισε και το κανάτι για το σπίτι.
Το παιδάκι μισοκοιμόταν όταν το ξάπλωσε στα γόνατά της. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα κατάμαυρα μάτια της όταν το κοίταξε. Τα χέρια... Απορούσες αν ήταν κόκαλο, σκελετός, ή ένα ζωντανό βρέφος που θα έκλεινε τον πρώτο χρόνο ζωής σε ένα μήνα κα δυο μέρες.
Κοιμήσου, αγοράκι μου, κοιμήσου. Είναι τροφή ο ύπνος όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να βάλεις στο στόμα σου...
Του μιλούσε έτσι, του έλεγε για την αδερφούλα που έφυγε στον ουρανό πριν πέντε μήνες – αλλά κόντευε να φτάσει τα δύο χρόνια ζωής.
Του είπε κι άλλα, κι άλλα μέχρι που κουράστηκε να μιλάει. Το μικρό δεν άκουγε πια. Όχι δεν καταλάβαινε – δεν άκουγε, δεν ένιωθε, δεν ανάπνεε πια.
Του ’πε τα τελευταία λόγια:- Πήγαινε κι εσύ να βρεις τα άλλα... τις τριάντα χιλιάδες αφρικανάκια που άφησαν τον κόσμο πριν συμπληρώσουν τον πρώτο τους χρόνο. Σ’ ένα μήνα και δυο μέρες θα «γιόρταζες» τα πρώτα σου γενέθλια.
Ντίνος Γκρους
Ήταν όλα μουσική...
Έπεσε ένα φύλλο.
Περίμενε. «Έλα ντε, άντε, περιμένω.»
Έπεσε άλλο ένα φύλλο.
«Τώρα μάλιστα, κατάλαβες τι έλεγα».
Κι άλλο ένα φύλλο, κι άλλα δύο μαζί, τα φύλλα έπεφταν.
«Α... όχι! Δεν το σκέφτηκα αυτό. Τι θα γίνει, τι θα μείνει στο τέλος;»
Το δέντρο γυμνώθηκε μισό...
Την άλλη μέρα το ίδιο σκηνικό, τα ίδια λόγια.
Το κοριτσάκι καθόταν σ’ ένα δοκάρι που πρέπει να είχε πάρει τη θέση πριν πολύ καιρό σ’ εκείνο το σημείο. Παρακολουθούσε τη φύση με τα ματάκια που έπαιζαν ρυθμικά, Όλες οι κινήσεις της γίνονταν ρυθμικά. Ακόμα και οι σκέψεις της θα έλεγε κανείς δούλευαν με ρυθμό.
Ο παππούς της τής έλεγε «Όλα είναι μουσική, Πηνελοπίτσα μου. Όλα...Εμείς τη χαλάμε...
Η Πηνελοπίτσα στη θέση της μετρούσε τα φύλλα που έπεφταν.
Έχεις δίκιο, παππούλη μου, όλα είναι μουσική, είπε μέσα της.
Ντίνος Γκρους