Αν θέλετε μπορείτε να ξεκινήσετε από προηγούμενα - πηγαίνετε πιο κάτω...
148η Συνέχεια
Τα δάχτυλά της Αλκμήνης εξακολουθούσαν να χαϊδεύουν απαλά τα μαλλιά του Χαρίλαου, ενώ έσπρωχναν σιγά, σιγά το κεφάλι του μέσα στα γόνατά της που είχαν ανοίξει ίσα, ίσα για ένα κεφάλι.
Ο Χαρίλαος ήταν ταραγμένος με το τηλεφώνημα της ξαδέρφης από το νοσοκομείο «Δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις στη γυναίκα σου…»
Η Αλκμήνη εξακολουθούσε τα χάδια.
-Τα παιδιά, Αλκμήνη, έκανε ο Χαρίλαος!
Εκείνη τότε αντιλήφθηκε πως μόνη της απολάμβανε το χάδι.
-Παίζουν σπαζοκεφαλιές, ψιθύρισε, μην ανησυχείς, στο είπα. Τα γόνατά της έσφιξαν το κεφάλι του.
Σαν να ξύπνησε από άσχημο όνειρο εκείνος έκανε απότομα πίσω. Εκείνη δεν πρόλαβε, ή δεν ήθελε, να ξεσφίξει τη λαβή, και το κεφάλι του παρέσυρε τα γόνατα της γυναίκας και μαζί μ’ αυτά κι ολόκληρο το κορμί της πάνω στο δικό του καθώς έπεφτε ανάσκελα στην πολυθρόνα.
***
Σεισμός... Φοβερός σεισμός ήταν, όπως διάβασαν οι Έλληνες στις εφημερίδες και άκουσαν και στο ραδιόφωνο το κακό που έκανε ο Εγκέλαδος.
Το ξενοδοχείο έτρεμε και αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές μέχρι να κατέβουν και οι τελευταίοι τις σκάλες. Νύχτα αργά. Γέμισε ο δρόμος κεφάλια όλων των χρωμάτων στο μισοσκόταδο. Κουράστηκαν οι περισσότεροι και ένας, ένας άρχισαν να κάθονται στην άσφαλτο. Ευτυχώς η ζέστη που απορροφήθηκε την ημέρα είχε αποβληθεί ήδη και η άσφαλτος αποτελούσε τη μόνη φιλόξενη, και ασφαλέστερη περιοχή.
Ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να κινείται, όλο και πιο γρήγορα προς μια κατεύθυνση. Μήπως ανακάλυψαν καλύτερο καταφύγιο;... Μερικοί από κείνους που την είχαν αράξει στην άσφαλτο σηκώθηκαν και ακολούθησαν το πλήθος.
«Τι συμβαίνει, ρε παιδιά; πού πάμε;..». ρωτούσε κάποιος. «Όπου μας πάει το ρέμα...» απαντούσε κάποιος άλλος.
Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κάτω είχε σταματήσει ο κόσμος. .. Ένα παλαιό τριώροφο είχε καταρρεύσει... Φωνές που έσβηναν σιγά, σιγά, χάνονταν ψυχές.
-Έλα, έλα κι εσύ, τι κάθεσαι και κοιτάς;... Πάμε να βοηθήσουμε!
-Καλά λες...
Δυο νέοι που γνωρίστηκαν στην άσφαλτο. Είχαν την ίδια τύχη. Ούτε ονόματα δεν αντάλλαξαν.
-Από δω, φίλε...
Ο «φίλος» όμως δεν προχωρούσε. Αποσβολωμένος κοίταξε μια γυναίκα μέσα στη σκόνη. Έσκυψε και της χάιδεψε το κούτελο καθαρίζοντας τη σκόνη.
-Πονάς; την ρώτησε.
Εκείνη δεν είχε δύναμη φαίνεται να αρθρώσει λέξεις. Κάτι του είπε με τα μάτια.
Ο άλλος, η παρέα του «φίλου», πήγε κοντά. Τη σήκωσαν με προσοχή. Τότε πρόσεξαν το τρυφερό βλαστάρι που είχε τυλίξει στην αγκαλιά της.
Οι ντόπιοι του νησιού είχαν κατέβει με κάρα που τα ’σερναν γιατί τα λιγοστά ασθενοφόρα δεν προλάβαιναν.
Φόρτωσαν τη γυναίκα με το μωρό και κάποιον άλλο ηλικιωμένο και έσπρωξαν το κάρο μέχρι το νοσοκομείο. Η παρέα του «φίλου» είχε μείνει πίσω. Ο φίλος πήγε μα τον καροτσιέρη.
Οι διάδρομοι του νοσοκομείου γεμάτοι κορμιά.
«Κόψε αριστερά, ρε φίλε» έκανε με νόημα ο καροτσιέρης και πρόσθεσε «Ξέρω τα στενάκια εδώ μέσα...»
Δυο νοσοκόμες βούτηξαν το μωρό, το κοπάνησαν μια δυο φορές, γέμισε κλάματα ο θάλαμος.
-Πού είναι η μάνα; ρώτησε ο «φίλος» ... Ποιον ρώτησε;
Ο καροτσιέρης είχε εξαφανιστεί, πήγε για άλλο φορτίο.
Ο άλλος έμεινε με το μωρό στο χέρι...
Ξύπνησε τρομαγμένος!... Ο σεισμός, ο σεισμός! ...
-Ποιος σεισμός, καλέ; Τι λες, σεισμό ονειρευόσουνα;...
-Όχι έναν οποιοδήποτε σεισμό... Εκείνον, το μοναδικό.
Γύρισε και τον κοίταξε. «Πόσο έχει ο μήνας σήμερα;...»
... «Ξέχασα χθες ν’ ανάψω κερί στην εκκλησία..»
***
-Όχι, όχι, Αλκμήνη, πρέπει να πηγαίνω. Συγγνώμη, αλλά δε γίνεται...
-Χαρίλαε, για λίγη ώρα ακόμα δε χάλασε ο κόσμος... Τα παιδιά παίζουν μια χαρά.
Το έσφιξε όπως είχε πέσει πάνω του. Κόλλησε τα χείλη της δικά του, όλο φωτιά.
Εκείνος την έσπρωξε μαλακά προς τα πάνω.
Πήγε στο δωμάτιο της Τάνιας. Ο γιος του ήταν όλο χαμόγελο, είχε κερδίσει τις περισσότερες σπαζοκεφαλιές.
-Έλα, Παυλάκη μου... Πέρασε η ώρα. Πάμε.
Παραπονέθηκε ο μικρός. Ήταν η πρώτη φορά που τον έπαιρνε τόσο νωρίς.
-Τελείωσες τα μαθήματά του, όπως βλέπω.
Η Αλκμήνη, επενέβη. «Χαρίλαε, έχει δίκιο ο Παυλάκης, παίζουν μια χαρά τα παιδιά. ... Κάτσε λίγο μαζί τους, αν θέλεις, κι εγώ θα ζεστάνω το παστίτσιο να φάμε. Δεν είπαμε ότι θα φάμε όλοι μαζί;
Ο Χαρίλαος ανάσανε βαριεστημένος και κάθισε στο πάτωμα πλάι στα παιδιά.
Η Αλκμήνη ήταν στην κουζίνα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-Μάλιστα... Α, εσύ είσαι, Κατερίνα μου;... Ναι, ναι εδώ είναι, κάθεται με τα παιδιά στο δωμάτιο της Τάνιας κι εγώ ετοιμάζω να φάμε... Δεν έρχεσαι κι εσύ από δω να φάμε όλοι μαζί; ... Ορίστε;... Ναι, ναι, μια στιγμή να στον δώσω.
Πήρε το τηλέφωνο στο Χαρίλαο.
-Έλα, για σένα είναι. Η Κατερίνα. Είναι στο νοσοκομείο ακόμα. Να, παρ ’την.
«Έλα, Κατερίνα μου, τι γίνεται; ... Σ’ ακούω»
«Βλέπω κάποιον να πλησιάζει από μακριά. Δε θα πω όνομα αλλά μου φαίνεται γνωστός. ... Μείνε έτσι και θα σου λέω τί γίνεται... Πρόσεξε μην πεις τίποτα και σου ξεφύγει κανένα όνομα – και είπε σιγά «Η Αλκμήνη ακούει;»
«Όχι, όχι, μια χαρά είναι τα παιδιά...»
«Κατάλαβα. ... Ο λεβέντης πλησίασε... Είμαι σίγουρη πως είναι αυτός που νομίζω... Προσπαθώ να μη με διακρίνει... Α, ευτυχώς, δεν θα καθίσει στην καφετέρια, προσπερνά σε απόσταση καμιά εικοσαριά μέτρων... ... Α!... Χαρίλαε, εκείνος είναι, ναι, εκείνος που νόμιζα. Για να δω, πού θα πάει;... Μάλιστα, ... το πέτυχα. Ξαδερφούλη μου εκεί πάει, στη γυναικούλα σου, όπως το περίμενα. Τώρα περίμενε να δω τι θα γίνει, μπήκε μέσα, αλλά εκεί μέσα όταν μπήκα εγώ με σταμάτησε η νοσοκόμα και μου είπε ότι απαγορεύονται οι επισκέψεις. ... Περίμενε. ... Ακόμα τίποτα... Δε βγήκε... Λες να τον δέχτηκαν εκείνον; ...
Έχει δώσει κατάλογο η Αθαλία μας ποιους θέλει δει και ποιούς όχι;... ...»
Ο Χαρίλαος κρατούσε ακόμα το τηλέφωνο. Δεν ακουγόταν τίποτα. «Κατερίνα!... Κατερίνα μ’ ακούς;»
«Ναι, ναι... Σου μιλάω με προσοχή τώρα γιατί αν βγει ξαφνικά μπορεί να με δει...»
«Εννοείς, ότι όλο αυτό το διάστημα δε βγήκε;... Τον δέχτηκε η Αθαλία;»
«Έτσι δείχνουν τα πράγματα,... Χαρίλαε, λυπάμαι, αλλά κάτι συμβαίνει... Κοίτα, θα κλείσω τώρα και θα περιμένω. Θα σε πάρω όταν βγει... Γεια.»
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ
147η Συβέχεια
Ο Χαρίλαος δεν άντεξε άλλο. Τον ρώτησε: «Πατέρα, εσύ είπες στην Αθαλία ότι είναι αδελφή μου; Είμαστε αδέλφια;...
Ο Παύλος γέλασε δυνατά. «Μα, παιδί μου, πώς θα πω τέτοιο πράμα; Ασφαλώς όχι!”
Της Κατερίνας το πρόσωπο έλαμψε. Ώστε έτσι, κυρία Αθαλία!... Τι προσπαθείς, λοιπόν, να κάνεις;...
***
Ο Χαρίλαος πήγε στην Αλκμήνη, τη στενή οικογενειακή τους φίλη, να περάσει λίγη ώρα με το γιο του, το μικρό Παυλάκη.
Η Κατερίνα έφυγε σε άλλη κατεύθυνση. Θα πήγαινε στο νοσοκομείο να αντιμετωπίσει την Αθαλία. Κανένας δεν της έβγαζε από το μυαλό της την άλλη εκδοχή, για την πιθανότητα πως η κοπέλα τα είχε φτιάξει με κάποιον. Βέβαια και η γιατρός, η Γιοβάννα δεν κλίνει προς την ίδια κατεύθυνση, αν και δεν το απέκλεισε. Η Κατερίνα όμως δεν τα χάφτει αυτά. Θα βρει τη ίδια την Αθαλία και θα της κάνει κανονική ανάκριση.
Κυρία Αθαλία, έφτασε η ώρα σου... Σκεφτόταν. Θα σε στολίσω εγώ. Θα τα ανακαλύψω όλα, θα τα βγάλω στη φορά.
Ακόμα και τη δικαιολογία που χρησιμοποιεί, πως ο πεθερός της, ο Παύλος, είπε πως ο άντρας της είναι αδερφός της, δεν πρέπει να είναι έτσι.
Εγώ, η Κατερίνα, θα τα ξεκαθαρίσω όλα, και γρήγορα. Σήμερα.
Αλλά πριν δει την Αθαλία καλό θα είναι να ξαναδεί τη Γιοβάννα, μήπως ήξερε εκείνη κάτι γι τον Παύλο. Ήταν κι αυτό κάτι που έπρεπε να ξεκαθαρίσει και η Γιοβάννα κάτι θα πρέπει να ξέρει.
Αυτη τη φορά δεν περίμενε πολυ. Η Γιοβαννα όλο χαμόγελα αυτή τη φορά που όμως πάγωσαν όταν άκουσε πως η κοπέλα με τον ξάδερφό της πήγαν και βρήκαν τον Παύλο.
-Τον Παύλο είδατε;... Σαν να απόρησε η Γιοβαννα.
Και πώς σας φάνηκε; Ρώτησε αλλάζοντας ύφος. Την έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι τους είπε εκείνος, και συνέχισε.
-Και τι σας είπε ο Παύλος;
-Γι’ αυτό ήρθα να σε δω. Δε μας φάνηκε καλά. Σκέφτηκα εσένα, εσύ είσαι η μόνη που θα γνωρίζεις περισσότερα,.
-Χμ, ... Έκανε η γιατρός. Θα προσέξατε πως δεν είναι και τόσο καλά. Με κάλεσε δυο φορές την ίδια νύχτα στο σπίτι του να τον δω. Την επόμενη αναγκάστηκα να τον πάρω κοντά μου για να τον παρακολουθήσω καλύτερα. Παρουσιάζει παράξενες τάσεις, δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς.
-Όχι, όχι, κι αυτά που μου είπες πολλά είναι, σ´ ευχαριστώ.
Η Κατερίνα άκουγε με μεγάλη προσοχή τη γιατρό. Ενδιαφέροντα πράγματα.
-Σε απασχολεί κάτι; …ρώτησε η Γιαοβάννα που πρόσεξε τη σοβαρότητα στο πρόσωπο της κοπέλας.
-Ε,… Όχι ακριβώς, έκανε η Κατερίνα. Το μόνο που θα ήθελα να μου πεις είναι, με την κατάσταση που περιέγραψες, του Παύλου εννοώ, υπάρχει πιθανότητα να λέει αφηρημάδες, ή πράγματα που δεν είναι αλήθεια και τα σοφίζεται έτσι;
-Όχι, όχι, είπε η γιατρός.
***
Από το γραφείο της Γιοβάννας η Κατερίνα πήγε για το δωμάτιο της Αθαλίας.
Σταμάτησε μακριά στην αρχή του διαδρόμου όπου ήταν το δωμάτιό της. Ακούμπησε στον τοίχο πισώπλατα, και παρακολουθούσε την κίνηση, παρατηρώντας την πόρτα του δωματίου. Στα πέντε λεπτά πάνω μπήκε ένας γιατρός με μια νοσοκόμα. Κάποτε βγήκαν. Η Κατερίνα έμεινε ακόμα εκεί παρακολουθώντας ποιος μπαίνει στο δωμάτιο.
Είκοσι λεπτά πέρασαν. Εσύ, λοιπόν, Κατερίνα μου, είπε μέσα της, κάνεις για ντετέκτιβ! Χαμογέλασε, πήρε θάρρος, και ξεκίνησε για την αποστολή της. Όλο αυτό το διάστημα δούλευε στο μυαλό της τι και πώς θα έλεγε στην Αθαλία.
Σταμάτησε έξω από το δωμάτιο. Η καρδιά της χτυπούσε. Η πόρτα ήταν κλειστή. Να χτυπήσει;… Να ανοίξει και να μπει, να αιφνιδιάσει; Άνοιξε σιγά, σιγά, απαλά, να μην ακούγεται. Μεσολαβούσε ένα χωλάκι που άνοιγε σε τέσσερα δωμάτια. Μια νοσοκόμα παρουσιάστηκε.
-Ορίστε! είπε ερωτηματικά.
Έδειξε την πόρτα του δωματίου της Αθαλίας η Κατερίνα αλλά δεν πρόλαβε να πει τίποτα.
-Όχι, όχι, έκανε η νοσοκόμα σε αυστηρό τόνο, δεν επιτρέπονται επισκέψεις.
Η Κατερίνα έμεινε μια στιγμή ακίνητη. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Βγήκε έξω. Προβληματίστηκε. Γεμάτη σκέψεις προχώρησε προς την καφετέρια. Κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι και πήρε τηλέφωνο τον Χαρίλαο.
«Δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις στη γυναίκα σου…»
Η Αλκμήνη κοίταζε το Χαρίλαο στα μάτια όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Τα μάτια του όμως κοίταζαν αόριστα κάπου μακριά. Ενώ ήταν όλο κέφι πριν μερικά δευτερόλεπτα, το τηλεφώνημα τον αναστάτωσε.
-Τι κάνουν τα παιδιά;… ρώτησε.
-Παίζουν σπαζοκεφαλιές, έκανε χαμηλόφωνα η Αλκμήνη. Πέρασαν μερικές στιγμές σιωπής και τον ρώτησε. «Τι ήταν το τηλεφώνημα;… Δε σ’ άκουσα να πεις κουβέντα και το ’κλεισες»
Δεν απάντησε αμέσως. Η Αλκμήνη όμως τον γνώριζε καλά. Άφησε το χρόνο να κυλήσει.
-Η Κατερίνα ήταν, είπε εκείνος σιγά… Και… Δεν επιτρέπονται πάλι οι επισκέψεις.
Η Αλκμήνη σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε κοντά του. Εκείνος, καθισμένος στον καναπέ, είχε το κεφάλι σκυμμένο μέσα στις παλάμες των χεριών του, με τους αγκώνες στα γόνατα. Το βλέμμα του στο πάτωμα.
Εκείνη στάθηκε μπροστά του. Τα γόνατά της ακουμπούσαν ελαφρά στα χέρια του.
Καμιά κίνηση εκείνος.
Τα δάχτυλά της, και των δυο χεριών, απλώθηκαν απαλά στα μαλλιά του. “Μην ανησυχείς. Εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου” ψιθύρισε καθώς τα δάχτυλά της χάιδευαν με αργό ρυθμό τα μαλλιά του, ακουμπώντας συγχρόνως το κεφάλι του μέσα στα γόνατά της που είχαν ανοίξει ίσα, ίσα για ένα κεφάλι. Εδώ οι επισκέψεις επιτρέπονταν…
Νο146
Η Κατερίνα και ο Χαρίλαος βγήκαν από το γραφείο της Γιοβάννας με περισσότερα προβλήματα από πριν. Βέβαια οι επιλογές που είχαν τώρα ήσαν περιορισμένες κι αυτό από μια μεριά ήταν καλύτερο. Το μεγάλο τους πρόβλημα ήταν ποια από τις δύο επιλογές θα έπαιρναν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο αλλά δεν ξεκινούσαν για πουθενά. Πρώτος μίλησε ο Χαρίλαος,
-Πάντως εγώ συμφωνώ με τη Γιοβάννα. Η Αθαλία δεν είναι άνθρωπος να μπλέξει με άλλον και να διαλύσει την οικογένειά της.
Η Κατερίνα δεν έβγαζε λέξη. Κάτι της έλεγε πως κι αυτή η άποψη ήταν δυνατή. Κάτι είχε στο νου της αλλά δε μιλούσε. Ίσως δεν ήθελε να στενοχωρήσει τον ξάδερφό της. Είχε λόγους να πιστεύει πως η Αθαλία ήταν ικανή να δημιουργήσει σχέση με άλλον άντρα;...
Πάλι ο Χαρίλαος άνοιξε το στόμα του.
-Ξέρεις κάτι, Κατερίνα; Ο πατέρας μου ίσως είναι σε θέση να μας λύσει το μυστήριο.
-Σωστά, αλλά πουν’ τος κι αυτός;... Πού κρύβεται;
Ο Χαρίλαος φάνηκε αποφασισμένος. Η απάντησή του ήταν να γυρίσει το κλειδί και να βάλει μπρος το αυτοκίνητο.
Έφυγαν.
Για πού;...
-Πού πάμε; ...Ρώτησε η κοπέλα.
-Στο σπίτι του πατέρα μου.
-Λες να έχει δώσει σημεία ζωής;... Εγώ πιστεύω πως και γι’ αυτό η Γιοβάννα θα έχει τη λύση.
-Τι θες να πεις; Η γιατρός μας πρέπει να ξέρει περισσότερα για τον πατέρα μου;
-Χαρίλαε, πιστεύω πως η Γιοβάννα ξέρει τα πάντα για όλους μας...
Πλησίαζαν στο σπίτι, είχαν μπει στο δρόμο, όταν η Κατερίνα φώναξε.
-Στματα, σταμάτα...
Ο Χαρίλαος σταμάτησε στην άκρη του δρόμου.
-Χαρίλαε... Ο πατέρας σου!... Εκεί! Γύρνα πίσω, κάθεται μόνος του στην Καφετέρια... Εκεί, στο πεζοδρόμιο. Πάμε!
Πράγματι, ήταν εκείνος, ο κύριος Παύλος που απολάμβανε τον καφέ του.
Πλησίασαν προσεκτικά και στάθηκαν μπροστά του.
Εκείνος γύρισε το βλέμμα του και τους καλωσόρισε με ένα, μάλλον γλυκό, χαμόγελο. Κοίταζε μια το γιο του, μια την Κατερίνα.
-Πατέρα. ... Τι κάνεις; Πώς είσαι;... Πού χάθηκες; ... Είπε σιγά ο Χαρίλαος.
Ο πατέρας του εξακολουθούσε να επικοινωνεί μαζί τους με το ίδιο χαμόγελο.
Η Κατερίνα έκανε νόημα του ξαδέρφου της να καθίσουν.
Ο κύριος Παύλος μίλησε.
-Καλά κάνατε και ήρθατε. Μέρες σας περίμενα. Γιατί χαθήκατε;
Ο Χαρίλαος πήγε ν’ ανοίξει Το στόμα του να πει κάτι, αλλά του έκανε νόημα η κοπέλα να μη μιλήσει. Ανάλαβε εκείνη.
-Θείε μου, ήρθαμε δυο φορές στο σπίτι αλλά δε σε βρήκαμε.
Εκείνος έχασε το χαμόγελο. Τα μάτια του μίκρυναν καθώς κοίταζε ερωτηματικά την κοπέλα. “Χάθηκες” του είχε πει ο γιος του... “...δε σε βρήκαμε” του είπε η Κατερίνα! Φαινόταν προβληματισμένος. Δεν ήταν ο ξύπνιος, ζωηρός κύριος Παύλος που γνώριζαν...
-Ναι, είπε σιγά. Ήρθατε και δε με βρήκατε. Πού ήμουνα, πού πήγα... Πού πήγα! Προσπαθώ να θυμηθώ... Κάπου είχα πάει, ίσως να έβγαινα κάθε μέρα και δε με πετύχατε... Αλλά πού είχα πάει, πού είχα πάει;... Δε θυμάμαι τώρα, τι να σας πω.
Παραγγείλανε δυο πορτοκαλάδες και προσπαθούσαν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα, μπας και τα καταφέρουν να τον συνεφέρουν, να μπορέσει να μιλήσει. Σίγουρα ο άνθρωπος κάτι είχε πάθει!
Προσπαθούσαν τώρα να τον κάνουν να μιλήσει λιγάκι, να συζητήσει.
-Πατέρα, είπε κάποια στιγμή ο γιος του. Είδες την Αθαλία καθόλου τώρα τελευταία;
Άνοιξε τα μάτι του διάπλατα εκείνος, το γλυκό χαμόγελο ξαναστόλισε το πρόσωπο του. Γύρισε και κοίταξε το γιο του.
-Μα, βέβαια και την είδα την Αθαλία μας... Βέβαια, αλλά... Αλλά την έχασα, δεν ξαναφάνηκε;! Τι κάνει, είναι καλά το κοριτσάκι μας;
Ο Χαρίλαος του χαμογέλασε. Πήρε το θάρρος που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή και τον ρώτησε μιλώντας αργά, κάθε λέξη.
-Πατέρα, μήπως της είπες τίποτα για μένα;... Θυμάσαι;
Εκείνος πήρε πάλι το σοβαρό του ύφος. Το βλέμμα του ταξίδευε αλλού.
Σαν να μονολογούσε, οι λέξεις έβγαιναν μια, μια... “Τι να της είπα, για σένα τι είπαμε... Δε θυμάμαι τώρα.”
Η Κατερίνα και ο Χαρίλαος κοιάτηκαν. Δεν έβγαινε νόημα. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον κύριο Παύλο! Ο άνθρωπος σίγουρα δεν ήταν καλά. Τι είχε μεσολαβήσει; Πώς ξαφνικά κατάντησε έτσι; Κι αυτά όλα, σε συνδυασμό με την εξαφάνισή του, έδιναν μια καθόλου ευχάριστη εικόνα. Τι είχε μεσολαβήσει; Αυτά ήταν τα μεγάλα ερωτήματα.
Η συζήτηση έληξε.
Έμειναν έτσι, βουβοί για μερικά λεπτά, μέχρι που ξαφνικά ο πατέρας, τους κατέπληξε με τα λόγια του.
-Τη Γιοβάννα τη ρωτήσατε; Την είδατε καθόλου; Εκείνη πρέπει να γνωρίζει για την Αθαλία. Εκείνη τα γνωρίζει όλα. Ξέρει πολλά. Τη γιατρό μας πρέπει να βρείτε...Αλλά, ξέρετε... Μη με ανακατέψετε εμένα, σας παρακαλώ, μην πείτε ότι εγώ σας τα είπα αυτά.
Οι δυο νέοι έμειναν άφωνοι, ακίνητοι. Αγάλματα. Εκείνος εξακολουθούσε να τους κοιτάζει με διαφορετικό μάτι τώρα. Η ανησυχία του όταν ανάφεραν για τη Γιοβάννα ήταν φανερή. Αυτό τους τάραξε περισσότερο. Κάποιο ρόλο πρέπει να έπαιξε η γιατρός. Ο Παύλος τη φοβόταν. Το έδειχνε καθαρά. Γιατί;...
Ο Χαρίλαος δεν άντεξε άλλο. Τον ρώτησε: «Πατέρα, εσύ είπες στην Αθαλία ότι είναι αδελφή μου; Είμαστε αδέλφια;...
Ο Παύλος γέλασε δυνατά. «Μα, παιδί μου, πώς θα πω τέτοιο πράμα; Ασφαλώς όχι!
Της Κατερίνας το πρόσωπο έλαμψε. Ώστε έτσι, κυρία Αθαλία!... Τι προσπαθείς, λοιπόν, να κάνεις;...
***
Ο Χαρίλαος πήγε στην Αλκμήνη να περάσει λίγη ώρα με το γιο του.
Η Κατερίνα έφυγε σε άλλη κατεύθυνση. Θα πήγαινε στο νοσοκομείο να αντιμετωπίσει την Αθαλία. Κανένας δεν της έβγαζε από το μυαλό της την άλλη εκδοχή, για την πιθανότητα πως η κοπέλα τα είχε φτιάξει με κάποιον. Βέβαια και η γιατρός, η Γιοβάννα δεν κλίνει προς την ίδια κατεύθυνση, αν και δεν το απέκλεισε. Η Κατερίνα όμως δεν τα χάφτει αυτά. Θα βρει τη ίδια την Αθαλία και θα της κάνει κανονική ανάκριση.
Κυρία Αθαλία, έφτασε η ώρα σου... Σκεφτόταν. Θα σε στολίσω εγώ. Θα τα ανακαλύψω όλα, θα τα βγάλω στη φορά.
Ακόμα και τη δικαιολογία που χρησιμοποιεί, πως ο πεθερός της, ο Παύλος, είπε πως ο άντρας της είναι αδερφός της, δεν πρέπει να είναι έτσι.
Εγώ, η Κατερίνα, θα τα ξεκαθαρίσω όλα, και γρήγορα. Σήμερα.
Αλλά πριν δει την Αθαλία Καλό θα είναι να ξαναδεί τη Γιοβάννα, μήπως ήξερε εκείνη κάτι γι τον Παύλο. Ήταν κι αυτό κάτι που έπρεπε να ξεκαθαρίσει και η Γιοβάννα κάτι θα πρέπει να ξέρει.
Αυτη τη φορά δεν περίμενε πολυ. Η Γιοβαννα όλο χαμόγελα αυτή τη φορά που όμως πάγωσαν όταν άκουσε πως η κοπέλα με τον ξάδερφό της πήγαν και βρήκαν τον Παύλο.
-Τον Παύλο είδατε;... Σαν να απόρησε η Γιοβαννα.
Και πώς σας φάνηκε; Ρώτησε αλλάζοντας ύφος. Την έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι τους είπε εκείνος, και συνέχισε.
-Και τι σας είπε ο Παύλος;
-Γι’ αυτό ήρθα να σε δω. Δε μας φάνηκε καλά. Σκέφτηκα εσένα, εσύ είσαι η μόνη που θα γνωρίζεις περισσότερα,.
-Χμ, ... Έκανε η γιατρός. Θα προσέξατε πως δεν είναι και τόσο καλά. Με κάλεσε δυο φορές την ίδια νύχτα στο σπίτι του να τον δω. Την επόμενη αναγκάστηκα να τον πάρω κοντά μου για να τον παρακολουθήσω καλύτερα. Παρουσιάζει παράξενες τάσεις, δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς.
-Όχι, όχι, κι αυτά που μου είπες πολλά είναι, σ´ ευχαριστώ.
Από το γραφείο της Γιοβάννας πήγε για το δωμάτιο της Αθαλίας.
Μια νοσοκόμα της είπε πως πάλι δεν επέτρεπαν επισκέψεις.
Προβληματίστηκε η Κατερίνα. Προχώρησε προς την καφετέρια όταν πρόσεξε κάποιον γνωστό... Μη μου πεις πως πάει για την Κατερίνα! Τον παρακολούθησε. Όχι μόνο πήγαινε για εκεί, αλλά τον άφησαν να μπει στο δωμάτιό της!
Αυτός λοιπόν είναι ο γκόμενος!...
Νο145
Η Μαριέττα πηγαινοερχότανε στο διάδρομο του σπιτιού της προβληματισμένη. Κόντευε εννιά η ώρα.
Μπα, σε καλό της! ... οι σκέψεις τη βασάνιζαν: Η κόρη μου να κοιμάται ακόμα, τέτοια ώρα; Σίγουρα δεν είναι καλά. Τι να έχει το παιδί; ... Σαν να την άκουσα αργά τη νύχτα μια στιγμή να σηκώνεται. Ναι, ναι, σηκώθηκε, θυμάμαι που κοίταξα το ρολόι μου, ήταν κάπου δύο η ώρα. Ε, είπα, θα πήγε στην τουαλέτα το κορίτσι μου. Αλλά τώρα, τέτοια ώρα και η Κατερίνα μου ακόμα να κοιμάται;... Μήπως πρέπει να πάω να την ξυπνήσω; Αλλά, πάλι... Αν απλώς είχε αϋπνίες και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί αρκετά;...
***
Ο Χαρίλαος είχε σηκωθεί νωρίς. Πολύ λίγο ύπνο είχε κάνει. Τι νύχτα ήταν αυτή, σκεφτόταν. Κι εκείνο το τηλεφώνημα... Δύο η ώρα! Ποιος να ήταν; Μπορεί. βέβαια να πήρε και λάθος αριθμό, όλα γίνονται. Άμα όμως έχει κάποιος τις σκέψεις που τον βασανίζουν τι θα σκεφτεί; Χίλια δυο πράματα έγιναν τώρα τελευταία... Γιατί, βρε Αθαλία μου, με αναστάτωσες τόσο, τι σου έφταιξα; ... Δεν μπορεί ο πατέρας μου να σου είπε τέτοια πράματα! ... Άκου, να της πει, λέει ότι είμαι αδερφός της! Αποκλείεται. Δεν μπορεί ο πατέρας του να ήξερε κάτι τέτοιο και να τους πάντρευε! ...Θα τρελαθώ. Να ήταν εκείνη η ξαδέρφη μου στο τηλέφωνο τη νύχτα; Να ανακάλυψε κάτι, είναι Διαόλου κάλτσα η Κατερίνα. Να της εξήγησε κάτι η γιατρός, η Γιοβάννα;... Σίγουρα η Κατερίνα θα ήταν.... Εννιά και τέταρτο τώρα, ... να την πάρω τηλέφωνο;... Κι αν δεν ήταν εκείνη και τη βάλω σε άλλες σκέψεις; ... Αχ, ξαδερφούλα μου, όχι, δε θα σου το κάνω αυτό...
Ο Χαρίλαος ξανακοίταξε το ρολόι του. Με όλες τις σκέψεις που έκανε ξέχασε να τηλεφωνήσει να πει καλημέρα στο παιδί του! Τώρα είναι αργά, θα τον έχει πάει στο σχολείο η Αλκμήνη. Πάλι καλά που υπάρχει κι αυτή και έσωσε την κατάσταση σε μια τόσο σοβαρή περίπτωση.
Πάνω στην ώρα χτύπησε το τηλέφωνο.
-Χαρίλαε!.. Τι κάνεις, είσαι καλά;... Πήρα στο γραφείο σου αλλά απόρησα που δεν είχες πάει ακόμα!...
-Αχ, Αλκμήνη μου... Πίστεψέ το, αυτή τη στιγμή εσένα σκεφτόμουν, πώς και ξέχασα να τηλεφωνήσω να πω την καλημέρα μου στο παιδί μου.
-Χαρίλαε, πες μου, γιατί ανησυχώ, είσαι καλά.
Της είπε για τη νύχτα που πέρασε, τις σκέψεις του για τη γυναίκα του, για το τηλεφώνημα αργά τη νύχτα... «Αλκμήνη μου, θα τρελαθώ! Δεν πάει άλλο...»
Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Το τηλέφωνο...
«Αλκμήνη, κλείνω... Θα τα πούμε...»
Η Κατερίνα ήταν.
Ναι, εκείνη τον πήρε τη νύχτα.
Βρέθηκαν στο μικρό «Καφέ» έξω από το νοσοκομείο. Προτίμησαν αυτό από την καφετέρια του νοσοκομείου. Δεν ήθελαν να πέσουν σε κανένα γνωστό πρόσωπο.
-Τέτοια ώρα, λοιπόν, δύο τη νύχτα, ξαδερφούλα μου!
-Κατάλαβες τι με ανησυχούσε τώρα. Ήθελα να συζητήσω μαζί σου. Άρχισα κι εγώ να πιστεύω πως δεν πρέπει να είπε ο πατέρας σου στην Αθαλία τέτοια πράματα!
-Λες να τα σκηνοθέτησε η ίδια;
-Αρχίζω να κλίνω προς εκείνη την κατεύθυνση. Κι αν δεν τα σκηνοθέτησε, είμαι σίγουρη πως δεν της τα είπε ακριβώς έτσι ο πατέρας σου. Δεν είναι δυνατό να της είπε πως είστε αδέρφια, πώς να το κάνουμε! Δε θα πάντρευε το γιο του με την ...αδερφή του;.. Να είστε αδέρφια, εγώ το αποκλείω. ... Δύο εκδοχές βρίσκω. Ή δεν κατάλαβε η Αθαλία, πάνω στο θυμό της, ή κάτι άλλο συμβαίνει και σκηνοθέτησε μια κατάσταση, για να καλύψει κάτι... Κάτι άλλο.
Ο Χαρίλαος την κοίταζε στα μάτια. Προσπαθούσε να μαντέψει τη σκέψη της, αν ήταν ή ίδια σκέψη που πέρασε κι από το μυαλό του...
-Χαρίλαε, συνέχισε η κοπέλα, σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι;
Εκείνος δε μίλησε. Δεν ήθελε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως ήταν ποτέ δυνατό η γυναίκα του να ...
Με μια συγχρονισμένη κίνηση, από αμηχανία ίσως, κατέβασαν κι οι δυο μαζί την τελευταία γουλιά του καφέ και σηκώθηκαν.
-Χαρίλαε,... Πού θα πάμε τώρα;... Ξέρεις τι θυμήθηκα αυτή τη στιγμή; Πόσα παρόμοια μας έχουν συμβεί, από όταν ήμασταν μικρά παιδιά... Η μεταβίβαση σκέψεως. Εσύ με έπιανες από το χεράκι, μικρούλα, και πηγαίναμε κάπου, χωρίς να πούμε λέξη. Κι ήταν αυτό που είχαμε σκεφτεί κι οι δυο...
-Ακριβώς. Κι εγώ αυτό σκέφτηκα.
-Ναι, αλλά, αυτή τη στιγμή για πού το βάζουμε; Τι σκεφτήκαμε;
-Πάμε να δούμε αν τη βρούμε γρήγορα, ελεύθερη.
Ξεκίνησαν για το νοσοκομείο.
-Χαρίλαε!
-Ακούω.
-Στη Γιοβάννα πάμε, έτσι; Αυτό δε σκέφτηκες;
-Ακριβώς. ***
Περίμεναν πολύ.
-Ξέρεις κάτι; είπε σιγά η κοπέλα. Η Γιοβάννα ξέρει πολλά. Εννοώ, πάρα πολλά που εμείς δε γνωρίζουμε. Δεν έχομε ιδέα. Δε βρέθηκε τυχαίως μπροστά μας. Το είχε προγραμματίσει εκείνη να έρθει από τη Ρωσία να μας βρει. Για την Αθαλία ήρθε. Μιλούν και την ίδια γλώσσα. Λένε πολλά. Εμείς δεν καταλαβαίνομε τι λένε στα ρωσικά.
Πάντως, αν θέλει, είναι η μόνη που θα διαλευκάνει την υπόθεση. Αν θέλει να μιλήσει βέβαια.
Επιτέλους! Η γιατρός τους πέρασε στο ιδιαίτερο.
-Ανήσυχους σας βλέπω, είπε κρύα, κρύα, ως συνήθως.
-Γιοβάννα, μίλησε πρώτη η Κατερίνα. Ξέρεις ακριβώς τι μας απασχολεί και, κυρίως, τον ξάδερφό μου, για τη γυναίκα του. Μας βασανίζουν οι σκέψεις και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την κατάσταση. Εσύ, σαν γιατρός, θα ξέρεις πράματα που εμείς δεν τα γνωρίζουμε.
-Σας ακούω. Τι είναι εκείνο που σας βασανίζει;
Ώχου... πέρασε γρήγορα από το μυαλό της Κατερίνας. Πέσαμε πάλι σε τοίχο αδιαπέραστο. Αυτή δε θέλει να μιλήσει... Γιατί όμως; ...
-Γιοβάννα, γιατί μας ρωτάς εσύ; Ξέρεις τι θέλουμε να μάθουμε. Ήρθαμε σε σένα γιατί πιστεύουμε πως, με τη θέση που έχεις εδώ μέσα και με το να γνωρίζεις την Αθαλία καλά, γνωρίζεις και την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τις κινήσεις της Αθαλίας!
Η γιατρός χωρίς να καθυστερεί μίλησε αμέσως.
-Πέστε μου ακριβώς τι ερωτήσεις έχετε και, αν μπορώ θα σας απαντήσω.
-Εντάξει, κατάλαβα, πετάχτηκε τώρα ο Χαρίλαος.
Δεν πιστεύω ότι αυτά που ισχυρίζεται η γυναίκα μου, πως ο πατέρας μου της είπε ότι είμαι αδερφός της είναι αλήθεια...
-Για να καταλάβω καλά, ρώτησε η Γιοβάννα, αν δεν το πιστεύεις αυτό, πιστεύεις ότι κάτι άλλο συμβαίνει.
Εδώ επενέβη η Κατερίνα:
-Δεν είναι αδέρφια. Αυτό πιστεύομε. Κι αν αυτή είναι η αλήθεια, εγώ προσωπικά, πιστεύω ότι η Αθαλία βρήκε την ευκαιρία να χωρίσει τον άντρα της γιατί τα ’φτιαξε με κάποιον άλλο!
Η γιατρός δε μίλησε αμέσως. Τους κοίταζε, μια εκείνον, μια εκείνην...
-Ε,... έκανε. Το ότι δεν είναι αδέρφια μπορώ να το δεχτώ αλλά το άλλο... Τίποτα δεν αποκλείεται αλλά δεν το πιστεύω. Όχι η Αθαλία.