[]
[Web Creator] [LMSOFT]
 ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ     
    Γράφει ο Γιάννης Θολοϊνός

  Σειρήνες


Οι σειρήνες ήταν φτερωτές θεότητες με κεφάλι γυναίκας και σώμα πουλιού. Σύμφωνα με την Οδύσσεια του Ομήρου, παραφύλαγαν στο μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας στενό της Μεσσήνης. Όταν πλησίαζε καράβι, άρχιζαν το σαγηνευτικό τους τραγούδι. Τότε οι γοητευμένοι ναυτικοί έπεφταν στα θαλάσσια δίχτυα τους, κι εκείνες τους καταβρόχθιζαν.


Οι αρχαίοι πίστευαν πως κανένας δεν μπορούσε να παραβγεί στο τραγούδι με τις σειρήνες· τόσο γλυκές ήταν οι μελωδίες τους, που μ’ αυτές δελέαζαν τα ανθρώπινα θύματά τους. Όμως, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή της μυθολογίας μας, όταν οι Σειρήνες θέλησαν να συναγωνιστούν με τις Μούσες, έχασαν. Ως έπαθλό τους, οι Μούσες έβγαλαν τα φτερά των ηττηθέντων, κι έφτιαξαν τα στεφάνια, που μ’ αυτά έστεψαν τη νίκη τους· δεν τους πείραξαν, όμως, τη φωνή. Έκτοτε οι Σειρήνες μετατράπηκαν σε κακοποιά όντα, εγκατάλειψαν την ξηρά, κι εγκαταστάθηκαν σ’ απόκρημνες παραθαλάσσιες πλαγιές και σκόπελους, από όπου θήρευαν τους ναύτες, ξεγελώντας τους με το απαράμιλλο τραγούδι τους. Αν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του γλίτωσαν, αυτό το όφειλαν στις συμβουλές της Κίρκης, που τις εφάρμοσαν κατά γράμμα: Οι ναύτες βούλωσαν τ’ αφτιά τους με κερί, και τον Οδυσσέα, μ’ αβούλωτα τ’ αφτιά, τον έδεσαν σφιχτά με γερά σκοινιά πάνω σ’ ένα κατάρτι του πλοίου. Έτσι, κατά τη διάπλευση του σκάφους από τα επικίνδυνα στενά, ο πανούργος Οδυσσέας, μπορούσε μεν να ακούει το ελκυστικό τραγούδι που τον καλούσε να ριχτεί στη θάλασσα, αλλά δεν κατάφερε να υπακούσει, γιατί ήταν δεμένος. Η Κίρκη ήταν μια μάγισσα που έτρεπε σε πειθήνια γουρούνια τους ανθρώπους, που η θάλασσα τους έβγαζε σε κάποια στεριά του νησιού της. Ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας, τηρώντας τη συμβουλή που του είχε δώσει ο Ερμής, ο πιο πανούργος απ’ όλους τους θεούς του Ολύμπου, την κατάφερε να του ορκιστεί ότι θα βοηθούσε κι αυτόν και τους συντρόφους του να γυρίσουν στην πατρίδα τους, την Ιθάκη.


Άλλα όντα όπως οι Σειρήνες ήταν και οι Άρπυιες, κάτι φτερωτά δημιουργήματα των μυθολόγων. Είχαν κεφάλι γυναικείο, πλούσια μαλλιά, και σώμα πτηνού. Τις ονόμαζαν έτσι γιατί άρπαζαν οτιδήποτε. Ήταν η προσωποποίηση των άγριων ανέμων που κατάστρεφαν τη βλάστηση κι ό,τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους.


Στην τέχνη οι Σειρήνες απεικονίζονταν συνήθως σε τάφους, όπου συμβόλιζαν είτε ένα τραγικό θάνατο, ή κάποιο πρόωρο χαμό ανύπαντρης νέας. Άλλοτε πάλι εκφράζανε τη χαμένη χαρά του έρωτα, κι άλλες φορές υπονοούσαν την ποίηση και την ευγλωττία, που τις είχε θερίσει το αδυσώπητο δρεπάνι του χάρου.


Από τα καλλίφωνα αυτά δημιουργήματα της ελληνικής μυθολογίας, που συμβόλιζαν τον κίνδυνο θανάτου σ’ όσους δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στη γοητεία που προκαλούσε το αρμονικό και σαγηνευτικό τους τραγούδι, η άγνοια, η ασυνέπεια και το βέβηλο θράσος ονόμασαν «σειρήνες» τα κακόφωνα κι εκκωφαντικά επινοήματα, τις σφυρίχτρες δηλαδή, των οχημάτων της αστυνομίας, των πρώτων βοηθειών και των πυροσβεστικών υπηρεσιών, των ατμοπλοίων, των γηπέδων, της έναρξης και λήξης των εναέριων επιδρομών κλπ.

           


  ΓΛΑΥΚΟΣ

Ως συμβαίνει συνήθως, έτσι και για τον θαλάσσιο δαίμονα Γλαύκο υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Πότε παρουσιάζεται σαν γιος του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα, άλλοτε σαν γιος του Ανθηδόνα, κι αλλού, σαν γιος κάποιων άλλων. Λατρευότανε σε διάφορα νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας όπου, άλλοτε τον φαντάζονταν σαν κήτος κι άλλοτε με ανθρώπινη μορφή, γένια από φύκια και όστρακα κολλημένα στο κορμί του.

Ως «Ανθηδόνιος Γλαύκος», γνωστός και ως «Γέροντας» ή «Γέρος θαλασσινός», ήταν αγαπητός στους ναυτικούς και σ’ αυτόν προσεύχονταν να τους προστατέψει από τους κινδύνους της θάλασσας. Πίστευαν ότι μια φορά το χρόνο επισκεπτότανε όλα τα νησιά και τα λιμάνια για να δείξει στους κατοίκους τους την αγάπη του. Σαν άλλες θαλάσσιες θεότητες, κι αυτός είχε το χάρισμα της προφητείας και μάλιστα κάποια εκδοχή τον πα-ρουσίαζε και σαν δάσκαλο του θεού Απόλλωνα.

Ένας παλαιότερος μύθος έλεγε πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε ψαράς από την παραλια-κή πόλη Ανθηδόνα της Βοιωτίας. Οι ψαράδες της περιοχής διηγούνταν πως κάποια μέ-ρα που ο Γλαύκος ήταν ξαπλωμένος για να ξαποστάσει από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει δάγκασε το ίδιο χορτάρι, πάνω στο οποίο ήταν ο ίδιος ξα-πλωμένος. Το ψάρι ξαναζωντάνεψε κι έπεσε στη θάλασσα. Αυτό του κίνησε την περιέρ-γεια. Δοκίμασε κι ο ίδιος, κι αμέσως ένιωσε μια υπερκόσμια δύναμη. Πήδησε τότε στη θάλασσα και οι θεοί, αφαιρώντας τη θνητή του υπόσταση, τον κράτησαν ανάμεσά τους ως αθάνατο. Άλλος μύθος λέει πως επειδή η παρουσία του προμηνούσε τρικυμία, οι ναυτικοί θυσίαζαν σ’ αυτόν για να τον εξευμενίσουν.

Κάποιοι μύθοι διηγούνται πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει πολλές κοπέλες, αλλά οι έρω-τές του αυτοί υπήρξαν άτυχοι. Μία κοπέλα απ’ αυτές ήταν και η όμορφη Σκύλλα, που κι αυτή τον απόκρουσε. Τότε κι εκείνος, με τη βοήθεια είτε του Ποσειδώνα ή της μάγισσας Κίρκης την μεταμόρφωσε σε φοβερό τέρας. Μια άλλη που του ενέπνευσε έρωτα ήταν η Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας. Την Σύμη, αφού την απήγαγε, την πήρε μαζί του σ’ ένα νησάκι κοντά στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν. Από τότε το νησί αυτό φέρει το όνομα της κόρης. Αλλού φέρεται πως, όταν ο Θησέας εγκατά-λειψε στη Νάξο την Αριάδνη, ο Γλαύκος πήγε τάχα για να την παρηγορήσει, αλλά ο Διό-νυσος τον σταμάτησε έγκαιρα.

Χρησιμοποιώντας την ικανότητά του να προλέγει το μέλλον, βοήθησε αρκετούς ταξι-διώτες, όπως τον Μενέλαο και τους Αργοναύτες. Μάλιστα και ο ίδιος είχε λάβει μέρος στη ναυπήγηση του καραβιού τους, της Αργούς.





Αίας ο Οιλέως ή Λοκρός

Ο Αίας ο Οιλέως ή Λοκρός ήταν γιος του Οιλέως, του βασιλιά των Οπούντιων Λοκρών της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας. Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 40 πλοία. Ήταν ανδρείος, ικανότατος τοξότης και επιδέξιος στο ακόντιο. Ο Όμηρος, για να τον ξεχωρίζει από τον άλλο Αίαντα, τον Τελαμώνιο, που ήταν μεγαλόσωμος, τον αποκαλούσε «μικρό». Μιαν άλλη προσωνυμία που μεταχειριζόταν γι’ αυτόν ο Όμηρος, ήταν «Ταχύς», γιατί στο αγώνισμα της ταχύτητας, μετά τον Αχιλλέα, ήταν ο πιο γοργοπόδαρος μεταξύ των Ελλήνων που πολέμησαν στην Τροία. Στις μάχες εναντίον των Τρώων πάντα λάβαινε μέρος στις πιο επικίνδυνες επιχειρήσεις και διακρινότανε για τον ασυνήθιστο ηρωισμό του. Επίσης, όπως κι άλλοι ήρωες της ελληνικής παράταξης, μονομάχησε με τον Έκτορα, τον πιο ανδρείο απ’ όλους τους Τρώες. Και τότε που ο Έκτορας σκότωσε τον Πάτροκλο (τον αδελφικό φίλο του Αχιλλέα), με γενναιότητα πολέμησε για να μην πάρει ο εχθρός το νεκρό σώμα του, και το εξευτελίσει για παραδειγματισμό, όπως συνέβηκε αργότερα με το πτώμα του ίδιου του Έκτορα, που ο Αχιλλέας, δεμένο στο άρμα του, το έσυρε γύρω από τον τάφο του Πάτροκλου.

Αντίθετα με τον ηρωισμό του, ήταν οξύθυμος, βρομόστομος, βάναυσος, στο έπακρον αλαζόνας, καβγατζής και ασεβής προς τα θεία. Η θεά Αθηνά τον μισούσε γιατί, σύμφωνα με κάποια εκδοχή, είχε δείξει ασέβεια προς το πρόσωπό της, ατιμάζοντας μέσα στο ιερό της την κόρη του βασιλιά της Τροίας, Κασσάνδρα. Γι’ αυτό σε κάποιο φιλικό αγώνα δρόμου, βοήθησε τον ήρωα Οδυσσέα να τον νικήσει. Αυτό τον έκανε να μην μπορεί να συγκρατήσει την αγανάχτησή του, αφήνοντας αχαλίνωτη δυστροπία του να κηλιδώνει την υπόληψή του. Και σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, κατά την επιστροφή των νικηφόρων Ελλήνων από την Τροία, η θεά σήκωσε θαλασσοταραχή και βούλιαξε όλα του τα καράβια. Τότε  (έτσι ο μύθος συνεχίζει) ο Ποσειδώνας (ο θεός, δηλαδή, όλων των  θαλασσών, ποταμών και λιμνών), έσωσε τον Αίαντα, απιθώντας τον πάνω σ’ ένα βράχο. Αλλά ο υπερβολικός εγωισμός και η αδάμαστη υπεροψία του έσπρωξαν τον αδιόρθωτο κομπαστή να καυχηθεί πως μόνος του σώθηκε, χωρίς καμία βοήθεια θεού ή ανθρώπου, πράγμα που εξόργισε τον Ποσειδώνα που, μ’ ένα χτύπημα της τρίαινάς του, κομμάτιασε το βράχο κι έκτοτε ο καυχησιάρης βασιλιάς δεν ξανακαυχήθηκε. 

Παρ’ όλη του τη δυστροπία, όμως, ο Αίαντας εκτιμάτο από τους συμπολίτες του, γι’ αυτό και μετά το θάνατό του τον τίμησαν σαν ήρωά, αφήνοντας πάντα μια άδεια θέση στις εκστρατείες τους, πιστεύοντας ότι τους ακολουθούσε και τους προστάτευε.



Πάρης 

Ο Πάρης ήταν δευτερότοκος γιος του τελευταίου βασιλιά της Τροίας, Πρίαμου, και της Εκάβης. Όταν η μητέρα του ήταν έγκυος σ’ αυτόν, είδε όνειρο πως γέννησε ένα αναμμένο δαυλό που κατάκαψε ολόκληρη την Τροία. Ο Πρίαμος θεώρησε το όνειρο αυτό ως κακό προμήνυμα και εγκατέλειψε το μωρό στο όρος Ίδα. Εκεί για 5 ημέρες το θήλαζε μία αρκούδα. Αργότερα το βρήκε ένας βοσκός και το ανέθρεψε μαζί με τα δικά του παιδιά. Όταν μεγάλωσε έγινε κι αυτός βοσκός των ζωντανών της οικογένειας.

Από μικρός ο Πάρης διακρινότανε για το σθένος και την ευρωστία του. Επειδή υπερασπιζόταν τους άλλους βοσκούς και προστάτευε και τα δικά του ζώα και τα ξένα από τα άγρια θηρία και τους ζωοκλέφτες, του δόθηκε και το όνομα Αλέξανδρος, που σημαίνει «προστάτης ανδρών». 

 Όταν η θεά Έριδα, για εκδίκηση γιατί δεν την κάλεσαν σε κάποια διασκέδαση, έριξε μπρος στην Ήρα, την Αθηνά και την Αφροδίτη ένα χρυσό μήλο με ένα σημείωμα που έλεγε «για την ωραιότερη», οι τρεις θεές, συνοδευμένες από τον Ερμή, εμφανίστηκαν στον Πάρη και τον κάλεσαν να δώσει το έπαθλο σ’ εκείνη που θα έκρινε ως την πιο όμορφη. Εκείνος το έδωσε στη θεά της ομορφιάς, που του είχε τάξει πως αν έδινε σ’ αυτήν το μήλο, θα του έδινε κι αυτή την Ελένη, την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Από τότε η Αφροδίτη έγινε η προστάτισσά του κι οι άλλες δύο έγιναν διώκτριές του.

Κάποτε ο Πρίαμος προκήρυξε αγώνες για την ανάδειξη του ανδρειότερου. Ο Πάρης πήρε μέρος και κέρδισε όλους, ακόμη και τον Έκτορα, που φρένιασε τόσο ώστε ορκίστηκε να τον σκοτώσει. Τότε η Κασσάνδρα αναγνώρισε τον αδελφό της και ο Πρίαμος δέχτηκε με τιμές τον εγκαταλειμμένο γιο του.

Απ’ εδώ κι εμπρός η ωραία Ελένη έγινε ο μόνος σκοπός της ζωής του Πάρη. Πήγε στη Σπάρτη και φιλοξενήθηκε στα βασιλικά ανάκτορα, από όπου ο Μενέλαος απουσίαζε, και με τη βοήθεια της Αφροδίτης έπεισε την Ελένη να τον ακολουθήσει στην Τροία. Η πράξη αυτή, σύμφωνα με τον Όμηρο, υπήρξε η αιτία του Τρωικού πολέμου και της καταστροφής της Τροίας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και με υποκίνηση του αδερφού του, Έκτορα, ο Πάρης μονομάχησε με το Μενέλαο, αλλά παρ’ όλο που έχασε, σώθηκε χάρη στην επέμβαση της Αφροδίτης. Αργότερα, ρίχνοντας το βέλος του στη φτέρνα του Αχιλλέα, που ήταν και το μόνο τρωτό σημείο του σώματός του, τον σκότωσε, αλλά κι ο ίδιος βρήκε τραγικό θάνατο από το δηλητηριασμένο βέλος του Φιλοκτήτη.



Πελασγός

Ο Πελασγός θεωρείται ο μυθικός γενάρχης των Πελασγών. Σχετικά με τον τόπο της καταγωγής του υπάρχουν πολλές αντιφατικές εκδοχές. Μερικές απ’ αυτές είναι και οι παρακάτω:

α) Ήταν «αυτόχθονας», δηλαδή ξεπήδησε σαν ώριμος άνδρας μέσα από τα έγκατα της γης. Επειδή ήταν ομορφότερος από όλους τους άλλους που ξεφύτρωσαν μαζί του, αλλά και πιο ρωμαλέος απ’ αυτούς, του δόθηκε το αξίωμα του βασιλιά.

β) Ήτανε γιος του Δία και της Νιόβης (της αδελφής του Πέλοπα), και πατέρας του Λυκάονα, που και γι’ αυτόν η μυθολογία παρουσιάζει αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές. Επίσης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έζησε στην Αρκαδία και ο πρώτος βασιλιάς της χώρας αυτής.

γ) Ήταν γιος του Τρίοπα και της Σωίδας. Όταν ο θεός του κάτω κόσμου, Πλούτωνας, έκλεψε την Περσεφόνη (βλέπε τεύχος 87), η θεά Δήμητρα, μητέρα της Περσεφόνης, ψάχνοντας να τη βρει, πέρασε κι από τη χώρα του Πελασγού. Ο άρχοντας φιλοξένησε στο σπίτι του τη θεά και ίδρυσε στο Άργος ναό προς τιμήν της.

δ) Μία θεσσαλική εκδοχή αναφέρει πως ο Πελασγός ήταν γιος του Ποσειδώνα και αδερφός του Αχαιού και του Φθία. Έφυγε από τη γενέτειρά του Πελοπόννησο, έφθασε στη Θεσσαλία, κι αφού έδιωξε τους κατοίκους της, τη  μοίρασε σε τρία τμήματα. Και έτσι δημιουργήθηκαν η Αχαΐα, η Φθιώτιδα και η Πελασγιώτιδα.

Κατά τη βασιλεία του, ο Πελασγός δίδαξε τους υπηκόους του πώς να φτιάχνουν ρούχα από προβιές προβάτων, τους έμαθε πώς να χτίζουν τα σπίτια τους και να χρησιμοποιούν τα βελανίδια για τροφή.

Από το όνομά του ονομάστηκε η Πελασγία, που στις ημέρες μας μάς είναι γνωστή ως Πελοπόννησος, όνομα που της δόθηκε όταν βασιλιάς της ήταν ο Πέλοπας.

Πιστευόταν επίσης πως ο ήρωας αυτός είχε ζήσει σε χρόνια τόσο πανάρχαια, που η Σελήνη δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Απ’ αυτή την εκδοχή, οι Αρκάδες απόγονοί του, ονομάζονταν Προσεληναίοι ή Προσέληνοι.

Όπως οι κάτοικοι οποιουδήποτε χώρου που αυτοονομάζονται αυτόχθονες, αποσκοπούν στο να κατοχυρώσουν τη νομιμότητα τους για τη γη που καταλαμβάνουν, έτσι και ο μύθος του Πελασγού εκφράζει τη φάση ενός νομαδικού λαού, με αρχηγό τον Πελασγό, που από περιπλανώμενος (νομαδικός), τρέπεται σε μόνιμο κάτοικο του χώρου που διάλεξε. Οι μύθοι που φτιάχτηκαν αργότερα, και που είναι απαραίτητοι σε τέτοιες περιπτώσεις, σκοπόν έχουν να δείξουν, με θεολογικά επιχειρήματα, ότι η ομάδα αυτή γεννήθηκε από τη γη (που στην πραγματικότητα την κατέλαβε με τη βία) και ως εκ τούτου νιώθει σφιχτά συνδεδεμένη με το χώρο αυτό. Έτσι καταπολεμούνται και οι πιθανότητες επαναφοράς του προηγούμενου καθεστώτος.




Οιδίπους

Ο μύθος του βασιλιά της Θήβας, Οιδίποδα, παρουσιάζει πολλές παραλλαγές. Η επόμενη είναι η πιο διαδεδομένη. Όταν ο Λάιος διαδέχτηκε το βασίλειο της Θήβας, παντρεύτηκε την Ιοκάστη, την αδελφή του Κρέοντα. Το μαντείο των Δελφών είχε προφητέψει ότι το ζεύγος Λάιος-Ιοκάστη θ’ αποχτούσε γιο, που θα σκότωνε τον πατέρα του και θα παντρευόταν τη μητέρα του. Όταν το βασιλικό ζεύγος απόχτησε γιο, για να μην πραγματοποιηθεί η προφητεία, ο Λάιος τρύπησε τα ποδαράκια του μωρού, κι αφού τα έδεσε, διάταξε τους υπηρέτες του να το αφήσουν στο βουνό Κιθαιρώνα να πεθάνει. Ένας περαστικός βοσκός άκουσε το κλάμα του παιδιού και το πήρε στον κύριό του, τον βασιλιά της Κορίνθου Πόλυβο. Το βρέφος τ’ ονόμασαν «Οιδίποδα» γιατί τα πόδια του είχαν πρηστεί από το τρύπημα (Οίδημα = πρήξιμο + πους = πόδι). Αυτός και η γυναίκα του, Μερόπη, δεν είχαν παιδιά, και μεγάλωσαν το μωρό σαν να ήταν δικό τους.

Όταν μεγάλωσε ο Οιδίποδας, κάποιος συνομήλικός του τον αποκάλεσε νόθο. Ο Οιδίποδας που νόμιζε για πραγματικούς γονείς του τον Πόλυβο και τη Μερόπη, ζήτησε την εξήγηση από το μαντείο των Δελφών. Εκεί έμαθε πως ήτανε γραφτό του να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μητέρα του. Για να αποφύγει το κακό έφυγε από την Κόρινθο. Σαν έφτασε έξω από τη Θήβα συνάντησε τον πραγματικό του πατέρα, που με υπεροψία διάταξε το νέο να παραμερίσει. Φιλονίκησαν κι εν αγνοία του ο γιος σκότωσε τον πατέρα. Στο θρόνο της Θήβας ανέβηκε ο Κρέοντας, ο αδελφός της Ιοκάστης.

Τότε, σ’ ένα βράχο κοντά στη Θήβα παρουσιάστηκε ένα τέρας, η «Σφίγγα». Όσους περνούσαν από το μονοπάτι της τούς ρωτούσε: «ποιο ζώο το πρωί πάει με τα τέσσερα, το μεσημέρι με τα δύο και το βράδυ με τα τρία;» κι όταν δεν ήξεραν, τους γκρέμιζε. Ο Κρέοντας, γι’ αμοιβή σ’ όποιον έσωνε τη χώρα από τη μάστιγα αυτή, υποσχέθηκε το θρόνο της Θήβας και για σύζυγο του τη χήρα του Λάιου. Ο Οιδίποδας έλυσε το αίνιγμα: ήταν ο άνθρωπος, που σαν μωρό μπουσουλάει με τα τέσσερα, μετά περπατά κανονικά με τα δυο, και στα γεράματα χρειάζεται μπαστούνι. Τότε η Σφίγγα αυτοκτόνησε κι ο Κρέοντας τήρησε την υπόσχεσή του. Όταν μαθεύτηκε η αλήθεια, η Ιοκάστη αυτοκτόνησε, ο Οιδίποδας έβγαλε τα μάτια του και με τη βοήθεια της κόρης του, Αντιγόνης, πήγε στον Κολωνό της Αττικής. Στο εκεί ιερό δάσος των Ευμενίδων, εξαφανίστηκε μπρος στα κατάπληκτα μάτια του τότε βασιλιά της Αθήνας, Θησέα.