[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[]
[Web Creator] [LMSOFT]

«Λόγω της στρατηγικής της θέσης και του φυσικού πλούτου της η Κύπρος υπήρξε σ̓ όλη τη διάρκεια της μακραίωνης και πολυτάραχης ιστορίας της στόχος επιβουλών και κατακτητών» . Τους πολλούς κατακτητές και την επίδρασή τους πάνω στους Κυπρίους, την παρουσιάζει πολύ εύστοχα ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, που γράφει: «Η Κύπρος, πολλούς αφέντες άλλαξε, δεν άλλαξε καρδιά».



Προτού προχωρήσουμε στην ιστορική μας περιδιάβαση ας δούμε ένα πολύ σύντομο χρονολογικό πίνακα της Κύπρου.



ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Α. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (8,000+ π.Χ. ως 3,000 π.Χ.)


  ΛΙΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ:    Παλαιολιθική (Χρήση πέτρας ακατέργαστης)

               Μεσολιθική (Κάποια επεξεργασία της πέτρας)

               Νεολιθική (Χρήση πέτρας, κοκάλων και πηλού)

 ΧΑΛΚΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (3,000π.Χ. – 2,300π.Χ.)

 ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΧΑΛΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (2,300π.Χ. – 1,050π.Χ.)


Β. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1,050π.Χ. μέχρι τις μέρες μας)


  ΣΤΑΔΙΑΚΟΣ ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΙΩΝ (1,500π.Χ.-1,000π.Χ.)

ΕΠΟΧΗ ΣΙΔΗΡΟΥ

  ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (900-500 π.Χ.)

ΦΟΙΝΙΚΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ (9ο - 7ο αιώνα π.Χ)

  ΘΑΛΑΣΣΟΚΡΑΤΙΑ ΚΥΠΡΙΩΝ (742 π.Χ. - 709π.Χ.)

  ΑΣΣΥΡΙΟΙ (709 π.Χ. - 612π.Χ.)

  ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ (550 π.Χ. - 525 π.Χ.)

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (499 π.Χ. -323 π.Χ.)

ΠΕΡΣΕΣ  (525 π.Χ. - 330 π.Χ.)

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (323 π.Χ. - 30π.Χ.)

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (30π.Χ. - 330μ.Χ.)

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (330μ.Χ.- 1191 μ.Χ.)

ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ (1191μΧ. – 1571μ.Χ.)

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ (1571μ.Χ. – 1878μ.Χ)

ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1878μ.Χ. - 1960μ.Χ.)

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (1960μ.Χ. μέχρι σήμερα)

  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

                         ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ


     ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Στη σελίδα «Νόστιμον Ήμαρ» του μηνιαίου περιοδικού «ΦΟΡΜΙΓΞ», αρχίζουμε μια καινούργια σειρά κειμένων για την Κύπρο, που θα είναι μάλλον ιστορικού περιεχομένου, για να γνωρίσουμε κάποιες ιστορικές πτυχές της μακρόχρονης ζωής του Νησιού της Αφροδίτης. Στη σειρά αυτή, ακάνουμε μια πολύ σύντομη γεωγραφική αναφορά, θα αρχίσουμε την ιστορική διαδρομή, επιλέγοντας ενδιαφέροντες σταθμούς από τη μακραίωνη ιστορία του Νησιού των Αγίων και Μαρτύρων. «Η Κύπρος είναι μια πανάρχαια χώρα με 9,000 χρόνων ιστορία και πολιτισμό και παράλληλα μια νεαρή ανεξάρτητη Δημοκρατία από το 1960 ».

Η Κύπρος με το πέρασμα των αιώνων άλλαξε ή μάλλον ήταν γνωστή, κατά τον Κλεάνθη Γεωργιάδη , με διάφορα ονόματα, όπως: Αλάσια, Μακαρία, Σφήκεια, Αερία, Μηϊονίς, Ασπελία, κι όπως διαβάσατε πιο πάνω όταν γράφουμε το «Νησί της Αφροδίτης» ή το «Νησί των Αγίων και Μαρτύρων» εννοούμε την Κύπρο.

Η Κύπρος είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Μεσόγειας θάλασσας, μετά τη Σικελία και τη Σαρδηνία και λίγο πιο μεγάλο από την Κρήτη. Έχει εμβαδό 3,589 τετραγωνικά μίλια  ή 9,251 τετραγωνικά χιλιόμετρα . Το μεγαλύτερο μήκος της, από το πιο δυτικό (Ακρωτήρι Δρέπανο) ως το πιο ανατολικό σημείο (Ακρωτήρι Αποστόλου Αντρέα) είναι 218 χιλιόμετρα και το μεγαλύτερο πλάτος, από το βορειότερο στο νοτιότερο άκρο είναι μόνο 93χιλιόμετρα , ο δε περίπλους της, κατά το Στράβωνα, είναι 342 μίλια .

Η γεωγραφική της θέση, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους - Ευρώπη, Ασία, Αφρική -, την κατέστησε το σταυροδρόμι των διάφορων αρχαίων πολιτισμών, όπως της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας, της Συρίας και του Λιβάνου (Ασσύριοι και Φοίνικες), της Περσίας, της Μικράς Ασίας, της Κρήτης και γενικότερα της Ελλάδας. Είναι αλήθεια ότι η προνομιακή της θέση, μαζί με το δασικό και ορυκτό της πλούτο υπήρξαν ευχή και κατάρα μαζί για τους κυπρίους. Ευχή γιατί μπορούσε να ευημερίσει ο λαός της και κατάρα, γιατί την επιβουλεύονταν οι εκάστοτε δυνατοί της περιοχής.

  
 ΚΥΠΡΟΣ   
“Νόστιμον Ήμαρ”     
 του  Αντρέα Μπότσαρη

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΚΟΙΛΑΔΕΣ
ΤΗΣ ΟΡΟΣΕΙΡΑΣ ΤΡΟΟΔΟΥΣ

Β. ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΣΟΛΙΑ

ΓΕΝΙΚΑ

            Συνεχίζοντας τις ταξιδιωτικές μας επισκέψεις σε διάφορα μέρη της Κύπρου θα περιδιαβάσουμε την κοιλάδα της Σολιάς, μια περιοχή με πλούσιες φυσικές ομορφιές, με πυκνή βλάστηση στις βουνοπλαγιές της, με εύφορη κοιλάδα δεξιά κι αριστερά του ποταμού, μάλλον του χείμαρρου Κλάριου ή Κλαριώτη, που τη διατρέχει, με ενδιαφέρουσες βυζαντινές εκκλησίες - ορισμένες μάλιστα είναι εγγεγραμενες στην παγκόσμια κληρονομιά της ΟΥΝΕΣΚΟ - με ήσυχα  γραφικά χωριουδάκια με αναπαλαιομένες γειτονιές, με μέρη αγαπημένα για καλοκαιρινές διακοπές, με πλούσια παραγωγή νοστιμότατων φρούτων.
Δυστυχώς όμως ο επίγειος τούτος παράδεισος μαραίνεται γιατί απ' τη μια η αστυφιλία κι απ' την άλλη η έλλειψη εργασίας για τους Σολιάτες, η ανύπαρκτη απασχόληση της νεολαίας, το κλείσιμο των γύρω μεταλλείων, καθώς κι η υποβαθμισμένη ανάπτυξη έργων, όπως κι η περιορισμένη παροχή κοινωνικών υπηρεσιών - νοσοκομεία, αθλητικά κέντρα, κ.ά - συντελούν στην απομάκρυνση των κατοίκων κι ιδιαίτερα της νεολαίας από τη γη τους, τις ρίζες τους, τη γη της Σολιάς. Αν αναλογιστεί κανείς ότι τα 13 χωριά της Σολιάς11 www.sigmalive.com/simerini/news/social/83461  το 1974 είχαν πληθυσμό γύρω στις 13,000 και το 2009 μειώθηκε στις 5,000 κι ότι τα περισσότερα σχολεία έχουν κλείσει αφού από τα 13, σήμερα λειτουργούν μόνο 4 δημοτικά σχολεία, τότε αντιλαμβάνεται κανείς την ανθρώπινη αιμορραγία της περιοχής.
Η τουριστική υποδομή του ορεινού αυτού συμπλέγματος υστερεί σε σύγκριση με τις παράλιες περιοχές γιαυτό κι η προσέλκυση τουριστικού ρεύματος δεν είναι η αναμενόμενη. Υστερεί επίσης κι η προβολή των αξιόλογων βυζαντινών μνημείων - κυρίως εκκλησιών -, του υγιεινού κλίματος, της εκλεκτής ποιότητας φρούτων22 Κατά το Γιώργο Χρυσάνθου (www.sigmalive.com/simerini/news/social/83461) «η  Σολιά είναι η πρώτη περιοχή σε παραγωγή φρούτων παγκυπρίως» - φρέσκων και ξηρών -, του ολόδροσου χωνευτικού νερού, των γραφικών χωριών, της παραδοσιακής ζωής, των πευκόφυτων δασών με κείνο το υπέροχο άρωμα, και τόσων άλλων που έχει να προσφέρει τόσο η Σολιά όσο και το όλο ορεινό σύμπλεγμα του Τροόδους.
Η συμπλήρωση του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Κοκκινοτριμιθιάς-Αστρομερίτη-Σολιάς-Μαραθάσας καθυστέρησε πολύ γιατί στα αρχικά του στάδια ο δρόμος, μόλις βγαίνει μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Λευκωσία, γειτνιάζει με τη «νεκρή ζώνη» κι οι κατοχικές τουρκικές δυνάμεις ενέβαλλαν ενστάσεις και κωλυσιεργούσαν το όλον έργο. Ας σημειωθεί ότι τούτος ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος, από τη Λευκωσία μέχρι τον Ατρομερίτη κι απ' εκεί μέχρι την κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, είχε σχεδιαστείν πριν από το 1974, αλλά δυστυχώς μεσολάβησαν τα θλιβερά γεγονότα της εισβολής και κατοχής μέρους του νησιού μας κι έτσι το όλο έργο έχει καθυστερήσει πολύ.
Τώρα που άρχισε η κατασκευή του αυτοκινητόδρομου είναι βέβαιο ότι θα βοηθήσει πολύ τις ορεινές περιοχές και τα θέρετρα της οροσειράς του Τροόδους κι ιδιαίτερα τις κοιλάδες της Σολιάς και της Μαραθάσας. Σίγουρα η ανάπτυξη της τουριστικής υποδομής, η προβολή σε ντόπιους και ξένους της φυσικής ομορφιάς και των αξιόλογων ιστορικών μνημείων, των βυζαντινών εκκλησιών και της γραφικότητας των χωριών, θα συμβάλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη των περιοχών, αλλά και στην προσέλκυση τουριστικού ρεύματος.
Τρία είναι τα κυριότερα αιτήματα των Σολιατών:
Πρώτον να αποπερατωθεί ο αυτοκινητόδρομος Λευκωσίας - Σολιάς, ώστε να εξυπηρετούνται καλύτερα τόσο οι κάτοικοι της Σολιάς όσο κι οι τουρίστες, που απ' τη Λευκωσία θα είναι ζήτημα  μιας ώρας και κάτι να φτάσουν στα ορεινά θέρετρα. Ο δρόμος αυτός έχει ήδη αρχίσει να κατασκευάζεται και είναι σίγουρο ότι δεν είναι μακριά η μέρα της αποπεράτωσής του.
Δεύτερο να προωθηθεί ένα σύγχρονο αρδευτικό σύστημα κι όπου χρειαστεί να κατασκευαστούν υδατοφράχτες ώστε να συγκρατούνται και ν' αποθηκεύονται τα νερά του Σερράχη και των άλλων χειμάρων της περιοχής. Έτσι θα συγκεντρώνονται τα νερά της βροχής, αντί να χύνονται στη θάλασσα, και θα αξιοποιούνται τους καλοκαιρινούς μήνες για την άρδευση των φρουτόδεντρων και των κήπων της περιοχής. Παράλληλα θα πρέπει να προστατευτεί ο αγροτόκοσμος, να βοηθηθεί ώστε να υπάρξει βελτίωση της τιμής, της ποιότητας και ποσότητας των αγροτικών και κτηνοτροφικών τους προϊόντων και ν' αναπτυχθούν μικροβιομηχανίες έτσι που να υπάρχουν ευκαιρίες απασχόλησης των κατοίκων εμποδίζοντας μ' αυτό τον τρόπο την αστυφιλία.
Τρίτο να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο υγειονομικό κέντρο επανδρωμένο με ειδικούς γιατρούς και νοσηλευτές ώστε να μη αναγκάζονται οι Σολιάτες να τρέχουν στη Λευκωσία όταν έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας.

ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΟΛΙΑ

Από το μεγάλο διώροφο οδικό κόμβο του Αρχάγγελου, που είχαμε συναντήσει στη διαδρομή προς την Πιτσιλιά, αντί να προχωρήσουμε προς τα νότια, τώρα θα πρέπει να πάρουμε τη λωρίδα, που οδηγεί στα δυτικά της Λευκωσίας, προς τη Δυτική Κεντρική Πεδιάδα και το ορεινό σύμπλεγμα του Τροόδους. Ο αυτοκινητοδρόμος αυτός, που άρχισε ήδη να κατασκευάζεται με βάση τις σύγχρονες απαιτήσεις των μεγάλων υπεραστικών δρόμων οδηγεί προς τη δυτική Μεσαορία - γνωστή και σαν πεδιάδα Μόρφου - και την οροσειρά του Τροόδους. Κατά την τελευταία μου επίσκεψη στην Κύπρο, το 2009, βρήκα ότι ο δρόμος αυτός άρχισε να κατασκευάζεται κι ότι η κατασκευή του είχε προχωρήσει μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Λευκωσία. Έτσι είναι θέμα χρόνου για να αποπερατωθεί το όλον έργο.
Παίρνοντας το δρόμο αυτό αφήνουμε στα δεξιά μας, κι όχι σε μεγάλη απόσταση, το «Διεθνές Αεροδρόμιο Λευκωσίας», που βρίσκεται στη.... νεκρή ζώνη κι έτσι από το 1974 μένει αδρανές λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Έτσι όπως προχωράμε, όλο δυτικά, βλέπουμε στα δεξιά μας τα τουρκικά φυλάκια, που δεν απέχουν και πολύ από τον νέο υπό κατασκευή δρόμο.
Λίγο πιο κάτω, πάλι στα δεξιά μας, βρίσκονται τα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, το στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν δημιουργήσει οι Άγγλοι στα μέσα της δεκαετίας του 1950, με σκοπό να «φυλακίσουν» τα παλικάρια της ΕΟΚΑ, τους Κύπριους που είχαν τολμήσει να ζητήσουν τη λευτεριά τους. Είναι βέβαιο ότι η μνήμη μάς οδηγεί στα ηρωικά, τα όμορφα εκείνα χρόνια του 1955-59, στους αγωνιστές της λευτεριάς, στις παρελάσεις, στις διαμαρτυρίες, στους «κατ' οίκον περιορισμούς», τα κέρφιου, και τόσα άλλα δεινά, που είχαν επιβάλει οι βρετανοί αποικιοκράτες για να φιμώσουν τη θέληση του κυπριακού λαού. Σίγουρα μια επίσκεψη στις αναστηλωμένες παράγκες δίνει μια όψη και μια γεύση τού πώς ζούσαν οι ελεύθεροι στο πνεύμα και χωρίς δίκη και καταδίκη κρατούμενοι των κρατητηρίων.
Βρισκόμαστε πια για καλά στη δυτική Μεσαορία, όπου τα φημισμένα κηπευτικά είδη της πεδιάδας του Μόρφου αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους. Από τα παλιά χρόνια οι περιβολάρηδες της περιοχής είχαν τη συνήθεια να εκθέτουν τα καλοκαιρινά τους προϊόντα κάτω από μια καλαμένια καλύβα, έτσι που οι περαστικοί ταξιδιώτες να τα βλέπουν - ιδιαίτερα τις μεγάλες στοίβες από καρπούζια και πεπόνια - και να σταματούν για να ψωνίσουν φρέσκα προϊόντα από τους ίδιους τους παραγωγούς. Μπορούσαν ν' αγοράσουν φρεσκοκομένα απ' το μποστάνι καρπούζια και πεπόνια, κι απ' τα περιβόλια ολόφρεσκα αγγούρια, ντομάτες, κρεμυδάκια φρέσκα, φασόλια φρέσκα ή ξηρά, φασολάκια, μελιτζάνες, κολοκύθια, σκόρδα, κ.ά. ΄Αλλωστε και το νερό, που κυλούσε ολόδροσο στο αυλάκι πλάι στο δρόμο, ήταν κι αυτό μια πρόκληση για ένα σύντομο σταθμό.
Όπως προχωρούμε όλο δυτικά, κάνουμε μια στάση ακριβώς λίγο πριν προσπεράσουμε το «παλιογιόφυρο» - δεδομένου ότι υπάρχει και νεότερο γεφύρι -, για να θαυμάσουμε την περίφημη πεντάτρουλη33 Στην Κύπρο υπάρχουν μόνο δύο πεντάτρουλες εκκλησίες εκκλησία της Περιστερώνας, που είναι κτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Σερράχη ή ποταμού της Περιστερώνας, όπως είναι επίσης γνωστός. Το παλιό αυτό γεφύρι είναι φτιαγμένο έτσι που να ταιριάζει με την εκκλησία, φτιαγμένο κι αυτό από πωρόλιθο (πουρόπετρα). Η βυζαντινή αυτή εκκλησία, αφιερωμένη στους αγίους Βαρνάβα και Ιλαρίωνα, πρωτοκτίστηκε τον 8ο ή 9ο και κτίστηκε ξανά το 12ο αιώνα. Είναι τρίκλητη, βασιλικού ρυθμού, είναι καμαροσκέπαστη κι έχει πέντε τρούλους. Σε πολύ μικρή απόσταση απ' αυτή βρίσκεται ένα τζαμί, δείγμα ότι οι κάτοικοι του νησιού Έλληνες και Τούρκοι συναγελάζονταν αρμονικά, ζούσαν πλάι-πλάι, σεβόντουσαν ο ένας τα φυλετικά ή θρησκευτικά πιστεύω τού άλλου, μοιραζόντουσαν τις χαρές και τις λύπες της ζωής.
Μετά από 30 περίπου χιλιόμετρα ταξίδι απ' τη Λευκωσία, φτάνουμε στον Αστρομερίτη, όπου κάνουμε ένα σύντομο σταθμό για καφέ. Δυστυχώς δεν μπορούμε να προχωρήσουμε δυτικά, να περάσουμε απ' τη Ζώδια και να φτάσουμε στην άλλοτε μοσχοβολούσα από τους πορτοκαλανθούς κωμόπολη της Μόρφου, γιατί δυστυχώς τα κυπριακά εδάφη, λίγο έξω από τον Αστρομερίτη μαστίζονται κάτω από την τουρκική στρατιωτική μπότα.
Στην περιοχή αυτή μπορεί κανείς να δει πολλά περιβόλια, που οφείλουν την ύπαρξή τους στους χείμαρρους, στα υπόγεια νερά και το εύφορο έδαφος.
Ο Αστρομερίτης αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο, που ενώνει προς τα δυτικά τη Λευκωσία με τη Μόρφου, το Ξερό, τη Μαραθάσα και την Τηλλυριά, απροσπέλαστα μέρη δυστυχώς λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής, και προς τα νοτιοδυτικά τη Λευκωσία με τις ορεινές περιοχές του Τροόδους. Οι δρόμοι αυτοί σχηματίζουν ένα κεφαλαίο Τ, όπου στις δυο γωνιές του υπάρχουν καφενεία κι εστιατόρια, που σήμερα εξυπηρετούν τους εκδρομείς προς και από το Τρόοδος, ενώ άλλοτε και προς τις δυτικές περιοχές της Κύπρου.
ENTERED No 158



159


ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΗΣ ΣΟΛΙΑΣ

                    Η κοιλάδα της Σολιάς λέγεται ότι οφείλει τ' όνομά της στο μεγάλο Αθηναίο νομοθέτη, το Σόλωνα, που είχε επισκεφτεί την Κύπρο τον 6ο π.Χ. αιώνα κι είχε φιλοξενηθεί από το βασιλιά της Αίπειας Φιλόκυπρο. Μάλιστα ο Έλληνας σοφός τού είχε υποδείξει τη μετακίνηση της έδρας του βασιλείου του σε νέα τοποθεσία, που προς τιμή του η νέα πόλη ονομάστηκε Σόλοι, η πόλη των Σόλων κι η κοιλάδα Σολέα ή Σολιά. Στη γεωγραφική περιφέρεια της Σολιάς, που διασχίζεται από τον ποταμό Καργώτη και χύνεται στον κόλπο του Μόρφου περιλαμβάνεται κι η μικρότερη κοιλάδα που ποτίζεται από το χείμαρρο Ατσά κι αποτελεί μέρος της βόρειας Σολιάς.
                    Η κοιλάδα της Σολιάς είναι πλούσια σε φυσική βλάστηση, όπως είναι τα πεύκα, οι ξυσταριές, οι κόνιζοι κι οι τριμυθιές. Στις ορεινές πλαγιές, δεξιά κι αριστερά του Καργώτη καλλιεργούνται μηλιές, αχλαδιές, καρυδιές, δαμασκηνιές, συκιές, βερυκοκκιές κι άλλα οπωροφόρα δέντρα, ενώ στα πιο χαμηλά μέρη καλλιεργούνται οι μεσπιλιές (μουσμουλιές), τα εσπεριδοειδή κι οι ελιές. Στις πλαγιές του χείμαρρου συναντά κανείς κυπαρίσσια, καλαμιώνες και τις λεύκες, τα καβάτζια, όπως είναι γνωστά στην Κύπρο. Η Σολιά είναι φημισμένη ως η πρώτη περιοχή της Κύπρου στην παραγωγή μήλων, τόσο σε ποικιλία όσο και σε ποιότητα. Ειδικά για μένα υπάρχει μια ποικιλία μήλων - δυστυχώς δεν γνωρίζω τ' όνομά της - που όμοιά της σε γεύση και άρωμα δεν βρήκα πουθενά αλλού. 

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΦΟΡΒΙΩΤΙΣΣΑ
ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΣΙΝΟΥ

Στον Αστρομερίτη στρίβουμε αριστερά, νότια προς νοτιοδυτικά, για να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί προς τα βουνά του Τροόδους. Στα δεξιά μας βλέπουμε και πάλι τούρκικα φυλάκια. Περνούμε πάνω απ' το γιοφύρι του χείμαρρου Ασίνου - Ελιάς, κι αμέσως μετά, εκεί που άλλοτε ήταν ο αστυνομικός σταθμός Κουτραφά, αφήνουμε τον κύριο δρόμο, στρίβοντας προς τ' αριστερά για μια σύντομη επίσκεψη στην Ασίνου.
Περνούμε μέσα από το χωριό Νικητάρι, κι ακολουθώντας το δρόμο δίπλα από το Χείμαρρο Ασσίνου/Ελιάς φτάνουμε στην εκκλησία της Παναγίας της Φορβιώτισσας. Η ετυμολογία της λέξης Φορβιώτισσας προέρχεται είτε από το αρωματικό φυτό ευφόρβιο, που παράγεται στην περιοχή, είτε, σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή οφείλεται στο γεγονός ότι στο μοναστήρι αυτό ασχολούνταν με την εκτροφή αλόγων. Όπως είναι γνωστό το θηλυκό άλογο, η φοράδα, στ' αρχαία λέγεται φορβάς κι ακριβώς απ' τη λέξη αυτή δημιουργήθηκε η λέξη φορβιώτισσα.
Η εκκλησία αυτή κτίστηκε γύρω στα 1099 μ.Χ., και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες βυζαντινές εκκλησίες της Κύπρου. Ο ναός αυτός είναι γνωστός και ως Παναγία της Ασίνου, δεδομένου ότι εδώ υπήρχε η αρχαία πόλη της Ασίνου, η οποία είχε ιδρυθεί από κατοίκους της αρχαίας πόλης της Ασίνης, που βρισκόταν στο νομό Αργολίδας της Πελοποννήσου. Στην περιοχή κάποτε υπήρχαν 14 χωριά/οικισμοί κι εφτά εκκλησίες, που όλα έχουν καταστραφεί εκτός από την εκκλησία της Ασίνου.
Το εσωτερικό της εκκλησίας είναι διακοσμημένο με υπέροχες τοιχογραφιές, που χάρις σ' αυτές η Παναγία της Ασίνου έχει περιληφθεί στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco. Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος44 www.immorfou.org.cy/politistika_mnimeia_ekklisies1.shtm  (σελίδα 1, 31/3/2010) γράφει: «Μπαίνοντας στο ναό της Παναγίας της Ασίνου, από τη νότια είσοδο, ο επισκέπτης αισθάνεται ότι εισέρχεται σ' ένα μικρόκοσμο, όπου η γη και ο ουρανός ενοποιούνται και εικονίζονται πάνω στις επιφάνειες των τοίχων», για να καταλήξει: «Οι εικόνες της Ασίνου εικονίζουν τελικά τη δική μας ζωή. Ο επισκέπτης που θ' αφήσει την καρδιά του ελεύθερη εισερχόμενος στο ναό της Ασίνου, ανεξάρτητα τού ποιος είναι και τι πιστεύει, θα νοιώσει ότι τις εικόνες αυτές δεν τις βλέπουμε απλώς, αλλά μάς βλέπουν. Και το βλέμμα τους μας μεταδίδει ένα λόγο ζωτικό που μας αφορά προσωπικά, ένα λόγο ζωής».
Επιστρέφουμε στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους για να προχωρήσουμε όλο προς τα νότια. Ο δρόμος βέβαια δεν είναι ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος με διπλές λωρίδες προς κάθε κατεύθυνση, διαχωριστικό τοίχος στη μέση, αλλά είναι αρκετά πλατύς, άνετος, ευθυγραμμισμένος, χωρίς τις απότομες στροφές και τους απότομους γκρεμούς. Περνά, πολύ κοντά, αλλά αποφεύγει να περάσει μέσ' από τα διάφορα χωριά, γιαυτό όποιος θέλει να επισκεφτεί κάποιο χωριό θα πρέπει να λοξοδρομήσει, να ξεφύγει από τον κύριο δρόμο.
Λίγο πιο κάτω, μια πινακίδα μάς δείχνει ότι η στροφή προς τ' δεξιά οδηγεί προς την κοιλάδα της Μαραθάσας. Είναι λυπηρό, γιατί, πριν από την τουρκική εισβολή, ο δρόμος προς τη Μαραθάσα περνούσε από τη Μόρφου, την Πεντάγια, το Ξερό. Συνήθως ο κόσμος σταματούσε για μεσημεριανό φαγητό, στα παραθαλάσσια κεντράκια του Καραβοστασίου όπου απολάμβανε φρέσκο ψάρι. Απ' εκεί αν συνέχιζε όλο δυτικά θα πήγαινε προς την Τηλλυρία, ενώ αν έστριβε προς τα νότια μέσω της Λεύκας, ανηφόριζε προς τα χωριά της κοιλάδας ατης Μαραθάσας.
Για την ώρα συνεχίζουμε το δρόμο μας προς τη Σολιά. Σε μια άλλη περιήγηση θα πάρουμε απ' εδώ το δρόμο για τη Μαραθάσα.

ΕΥΡΥΧΟΥ

Όπως προχωράμε, όλο νότια κι ο δρόμος αρχίζει ν' ανηφορίζει, βρίσκουμε στα δεξιά μας το πρώτο μεγάλο χωριό της Σολιάς, την Ευρύχου, που είναι κτισμένη στις όχθες του «ποταμού» Κλάριου ή Καρκώτη ή Καργώτη, όπως λέγεται διαφορετικά. Αφήνουμε λοιπόν τον κύριο δρόμο και μπαίνουμε στην Ευρύχου, που βρίσκεται 50 περίπου χιλιόμετρα από τη Λευκωσία και 30 από το Τρόοδος. Υπάρχουν δυο εκδοχές για την ονομασία του χωριού: Η πρώτη είναι ότι στο χωριό υπήρχε κάποιος με τ' όνομα Ευρύχιος, που ήταν ο πρώτος κάτοικος και βασιλιάς του χωριού, ενώ η δεύτερη λέει ότι η κοιλάδα της Σολιάς είναι πολύ στενή κι ότι εδώ λόγω του «εύρους», του πλάτους  δηλαδή της περιοχής ονομάστηκε Ευρύχου.
Η Ευρύχου είναι το πνευματικό κέντρο της περιοχής αφού εκεί υπάρχει το Γυμνάσιο Σολέας κι η προσωρινή έδρα του Μητροπολίτη Μόρφου, λόγω τουρκικής κατοχής της κωμόπολης Μόρφου. Σίγουρα μια βόλτα στα στενοσόκακα της Ευρύχου επιβάλλεται.
Υπάρχουν δυο επιλογές για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Η πρώτη είναι να επιστρέψουμε στον υπεραστικό δρόμο, ενώ η δεύτερη είναι να διασταυρώσουμε τον «ποταμό» Κλάριο ή Καρκώτη, να πάρουμε τον παλιό δρόμο για να ανεβούμε προς την Κακοπετριά. Για μένα δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη, γιατί ο πειρασμός του παλιού, του στενού, του κάπως απόκρημνου, του όλο στροφές δρόμου είναι πολύ μεγάλος. Ένας σύντομος σταθμός για ένα καφεδάκι συνοδευόμενο από σπιτίσιο γλυκό καρυδάκι στο μικρό χωριό Καλιάνα είναι σωστή πρόκληση. Άλλωστε αυτός είναι ο δρόμος που πρωτογνώρισα κι αγάπησα όταν ανέβηκα για πρώτη φορά στα μέρη αυτά...

159
161
ΓΑΛΑΤΑ
Προχωρώντας όλο νότια φτάνουμε στη Γαλάτα, που απέχει γύρω στα 60 χιλιόμετρα από την κυπριακή πρωτεύουσα κι ευρίσκεται σε υψόμετρο 620 μέτρα. Η Γαλάτα είναι κτισμένη στις δυο όχθες του ποταμού Κλάριου κι, όπως λέει και το τετράστιχο:
Είσαι του Κλάριου παιδί
Και του Ολύμπου αγγόνι
Λούζεται μες το πράσινο
Με συντροφιά τ' αηδόνι55 www.galata.org.cy/history.shtm.
Πρώτη επίσκεψη στην εκκλησία του παλιού μοναστηριού της Παναγίας της Ελεούσας, που είναι γνωστή ως Παναγία της Ποδίθου - παραποίηση του «αποδύθου το υπόδημά σου» - κι έχει συμπεριληφθεί από την UNESCO στον κατάλογο της Παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς μαζί με άλλες εννέα βυζαντινές εκκλησίες της Κύπρου. Είναι κι αυτή καλυμένη, με δεύτερη πολύ επικλινή στέγη κατασκευασμένη από ξύλινες δοκούς και κεραμιδένιες πλάκες, ώστε να κυλά αμέσως το χιόνι κι έτσι να προστατεύεται η πρώτη στέγη κι οι εντός της εκκλησίας τοιχογραφίες. Εκτός των μοναδικών αγιογραφιών μπορεί κανείς να θαυμάσει και το εικονοστάσι του ναού, που θεωρείται από τα καλύτερα ξυλόγλυπτα επίχρυσα εικονοστάσια του 16ου αιώνα.
Ας σημειωθεί ότι στη Γαλάτα υπάρχουν πολλές εκκλησίες. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Γ΄ γράφει66 Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, Κύπρος η Αγία Νήσος, Λευκωσία 1997, σελ. 8: «Είς τινα χωρία της νήσου βλέπομεν ναούς απέχοντας αλλήλων ολίγα μόνον μέτρα, ως εις το χωρίον Γαλάτα Σολέας, όπου εις έκτασιν μικροτέραν του ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου σώζονται οκτώ ναοί, χρονολογούμενοι από των αρχών του 16ου αιώνος».
Στο μυαλό μου έρχεται κι ο ήρωας της ΕΟΚΑ Μάρκος Δράκος, που  οδηγώντας την ομάδα του, κατά μια κακή σύμπτωση έπεσε από αγγλικά βόλια μαχόμενος σ' αυτά εδώ τα μέρη και μάλιστα στο «Αρκάτζιιν (ρυάκι) του Δράκου». Στο ίδιο επεισόδιο πληγώθηκε σοβαρά, αλλά ευτυχώς σώθηκε ο υπαρχηγός του, ο καλός μου φίλος Κώστας Λοΐζου, που δυστυχώς, σε μια άλλη επίθεση, πήρε φωτιά το κορμί του και μετά από σαράντα μέρες πάλη με το θάνατο, υπέκυψε στο μοιραίο. Ο θάνατος του Κώστα Λοΐζου είχε κρατηθεί μυστικός μέχρι το τέλος του αγώνα.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑ

Η Γαλάτα δύσκολα ξεχωρίζει από τη γειτονική Κακοπετριά. Οι δυο αυτές κωμοπόλεις λόγω του δροσερού κλίματος, του καταπράσινου περιβάλλοντος και της γραφικότητας τού γύρω τοπίου αποτελούσαν από τα παλιά χρόνια πόλο έλξης για τους «χωραΐτες», τους λευκωσιάτες,  που λόγω της γειτνίασης με τη Λευκωσία, ήταν εύκολο να παραθερίζουν σ' αυτά τα μέρη το σαββατοκυρίακο και τη Δευτέρα πρωί να επιστρέφουν στη δουλειά τους.
Στην Κακοπετριά σμίγουν κι οι δυο παραπόταμοι του Κλάριου, ο ένας προερχόμενος από την περιοχή του Αγίου Νικολάου της Στέγης (Καρκώτης) κι ο άλλος από τα Πλατάνια (Γαρίλλης), που το νερό τους, εκτός των άλλων, είχε αξιοποιηθεί τον περασμένο αιώνα και για την κίνηση των νερόμυλων ή αλευρόμυλων. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη για τον επισκέπτη αν δεν περπατήσει στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια της παλιάς Κακοπετριάς, αν δεν σταματήσει για μια φωτογραφία στα αναπαλαιομένα σπίτια κι αν δεν σεργιανίσει στις παλιές γειτονιές με τα πετρόκτιστα σπίτια. Σίγουρα ένα παραδοσιακό γλυκό ή ένα ποτό στα κέντρα της μεγάλης πλατείας είναι μια απόλαυση.
Προσωπικά συστήνω χωρίς καμιά επιφύλαξη το εστιατόριο «Οι Μύλοι», τόσο για τη θέα όσο και για το υπέροχο φαγητό του. «Οι Μύλοι» είναι ένα τριώροφο αρμονικά συνυφασμένο με το περιβάλλον οικοδόμημα, μπηγμένο κυριολεκτικά σ' ένα λόφο αφού για να κτιστεί χρειάστηκε να σκάψουν μέρος του απότομου βράχου. Στο ευρύχωρο εστιατόριό του ανεβαίνει κανείς με ανανσέρ ή αν έχει γερά πόδια χρησιμοποιεί την εξωτερική σκάλα. ΄Οταν βρεθώ στα μέρη αυτά, προγραμματίζω πάντα για μεσημεριανό φαγητό σ' αυτό εδώ το μέρος και μάλιστα παραγγέλλω το ίδιο φαγητό, το σπεσιαλιτέ του εστιατορίου: πέστροφα, ντόπιας εκτροφής. Και πάντοτε καθισμένος έξω στο μπαλκόνι, έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι αιωρούμαι, για ν' απολαμβάνω την μοναδική θέα της παλιάς Κακοπετριάς και των γύρω λόφων. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό επισκέπτομαι τη μεγάλη αίθουσα-εστιατόριο κι ευχαριστιέμαι τις υπέροχες ζωγραφιές, πολύ παραστατικές εικόνες της λαϊκής αγροτικής ζωής, που στολίζουν τους εσωτερικούς τοίχους.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ

Και στο άκουσμα ακόμα «Άγιος Νικόλαος της Στέγης» το μυαλό μου τρέχει στο καλοκαίρι του 1960, όπου, ως ομαδάρχης, είχα την πρώτη μου κατασκηνωτική εμπειρία. Θυμάμαι ακόμα και τώρα με κάποια ανησυχία το λεωφορείο και το στενό μη ασφαλτοστρωμένο ορεινό δρόμο που μας έπαιρνε στην κατασκήνωση της Αρχιεπισκοπής, στον Άγιο Νικόλαο. Καμία σχέση με τον σημερινό πλατύ κι άνετο δρόμο, που ενώνει την
Κακοπετριά με τον Πρόδρομο και περνά μόλις έξω από τον κατασκηνωτικό χώρο του Αγίου Νικολάου.
Στο μέρος όπου άλλοτε βρισκόταν το παλιό μοναστήρι, ίδρυμα του 11ου αιώνα, το μόνο που έχει απομείνει όρθιο είναι ο βυζαντινός ναός και οι σύγχρονες εγκαταστάσεις για κατασκηνώσεις.
Το εσωτερικό του ναού, είναι ένα αληθινό μουσείο βυζαντινής αγιογραφίας αφού οι τοίχοι του είναι καλυμένοι από εξαίρετες τοιχογραφίες τόσο της εποχής των βυζαντινών όσο και των φράγκων. Είναι η πρώτη εκκλησία του Τροόδους που για να προφυλαχτεί από τα χιόνια και τις άσχημες καιρικές συνθήκες σκεπάστηκε με μια δεύτερη ξύλινη  επικλινή στέγη, πάνω από την αρχική.
Ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης έχει χαρακτηριστεί ως μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την ΟΥΝΕΣΚΟ.
Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται και το εργοστάσιο εμπλουτισμού χρωμίου, όπου το χρώμιο μεταφέρεται με σύστημα εναέριας φόρτωσης από βορειότερα μέρη του Τροόδους. Μιας κι αναφερόμαστε σε μεταλλεία στην περιοχή της Σολιάς υπάρχει στα βόρεια το μεταλλείο της Σκουριώτισσας κι όχι μακριά, νοτιότερα από την Κακοπετριά, το μεταλλείο του Αμιάντου, που ευτυχώς έχει κλείσει. Σίγουρα εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε και στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις του Ξερού που έχουν νεκρωθεί από το 1974, αφότου η Τουρκία είχε εισβάλει και κατέχει μεγάλο μέρος του Νησιού.

ΣΤΗ ΔΡΟΣΕΡΗ ΠΟΤΑΜΙΑ

                    Από την Κακοπετριά συνεχίζουμε  το ταξίδι μας προς τα βόρεια, με τελικό προορισμό τον Καρβουνά και την Πλατεία Τροόδους. Πρώτος σταθμός είναι η Δροσερή Ποταμιά, που από το όνομά της αντιλαμβάνεται κανείς ότι θα πρέπει να είναι παραποτάμια περιοχή. Παίρνοντας τον κεντρικό δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους και σε απόσταση ελάχιστων χιλιομέτρων από την Κακοπετριά βρίσκονται τα μεγάλα κέντρα-εστιατόρια της Δροσερής Ποταμιάς, που για να βρει κανείς τραπέζι την Κυριακή το μεσημέρι θα πρέπει να το προκρατήσει. Συνήθως σερβίρουν «οφτόν του φούρνου», δηλαδή ψητό, ή κυπριακή σούβλα - κοντοσούβλι, όπως το γνωρίζουν οι Ελλαδίτες.
                    Σε ελάχιστη απόσταση από τα κέντρα αυτά, και πλάι στο δρόμο βρίσκεται ένας τεράστιος ανδριάντας του Παναγιώτη Τουμάζου από την Αμμόχωστο, για να μας θυμίζει ότι εκεί κοντά έπεσε μαχόμενο το δεκαενιάχρονο παλικάρι της ΕΟΚΑ. Ο νεαρός Γιώτης προχωρώντας προς τον χώρο της ενέδρας είχε κόψει μερικά φύλλα ελιάς τα έβαλε στην τσέπη του κι είπε στους συντρόφους του: «Αν τυχόν και πέσω, τότε ο αντίπαλός μας, που θα δει τα φύλλα της ελιάς, θα αντιληφθεί ότι δεν είμεθα τρομοκράται, αλλά άνθρωποι που αγαπούμε την ειρήνη». Η ενέδρα είχε επιτύχει τον σκοπό της, δυστυχώς όμως, κατά την αποχώρηση, ο Παναγιώτης Τουμάζος έπεσε νεκρός από αγγλικό βόλι. Ας σημειωθεί ότι η μητέρα του Γιώτη και τέσσερα από τ' αδέρφια του βρίσκονται στην Αδελαΐδα.
                    Ανηφορίζοντας περνάμε δίπλα από το Δασικό Σταθμό Πλατανιών, που εκεί κοντά υπήρχε κατασκήνωση προσκόπων κι αργότερα στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς, για να σταματήσουμε λίγο πιο πάνω, «στα Πλατάνια». Ακριβώς εδώ, μέσα στο δάσος από πλατάνια και πεύκα, υπάρχει χώρος ειδικά διασκευασμένος για εκδρομείς, κάτι παρόμοιο με τα εδώ πάρκα όπου μπορεί κανείς να ψήσει κρέας σε ασφαλείς χώρους, τις ψησταριές, να καθίσει σε ξύλινα τραπέζια που ταιριάζουν με το γύρω περιβάλλον, να χρησιμοποιήσει «τρεξιμιό», τρεχάτο παγωμένο νερό της βρύσης ή και να περπατήσει στα  ασφαλή μονοπάτια. Ακόμα και σύγχρονα αποχωρητήρια μπορεί να βρει κανείς.
                    Κάπου εκεί κοντά ένας πλαγιόδρομος οδηγεί στο χωριό Σπήλια, που είχαμε επισκεφτεί όταν γράφαμε για την Πιτσιλιά. Συνεχίζοντας το δρόμο μας φτάνουμε στον Καρβουνά, το σταυροδρόμι που συναντήσαμε και κατά την επίσκεψή μας στην Πιτσιλιά και θα το συναντήσουμε και πάλιν όταν, προς το τέλος της διαδρομής μας, επιστρέφουμε από την Πλατεία του Τροόδους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  
  1. Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, Κύπρος η Αγία Νήσος, Λευκωσία 1997
  2. Christodoulou N, Mirage Designs, Nicosia, Cyprus (Pap)
  3. httl:el.wikipedia.org
  4. Karouzis Christina, Cyprus Road & Tour Map, SELAS Ltd,          Nicosia
  5. www.galata.org.cy/history.shtm
  6. www.kakopetria.org.cy/churches
  7. www.sigmalive.com/simerini/news/social/83461
  8. www.visitcyprus.com/wps/portal
  9. Καρούζη Γ., Γεωγραφία της Κύπρου, Λευκωσία 1979
  10. Κεβόρκ Κ. Κεσισιάν, Ρωμαντική Κύπρος (Μετάφραση 14ης                                                                               έκδοσης: Κύπρος Ψυλλίδης), Λευκωσία, Κύπρος, 1973
  11. Κληρίδη Ν, Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, Λευκωσία - Κύπρου, 1961
  12. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, σ. 39-41
  13. Μπότσαρη Α., Λεξικό των Ηρώων της ΕΟΚΑ, 1968
  14. Προσωπικές εμπειρίες


162
Γ. ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΜΑΡΑΘΑΣΑ

ΓΕΝΙΚΑ

Η Μαραθάσα, όπως κι η Σολιά, παρ' όλο που είναι από τα πιο όμορφα μέρη της Κύπρου, με πλούσια ιστορία, με μοναδικά βυζαντινά μνημεία, με καταπράσινες βουνοπλαγιές, με νοστιμότατα φρούτα, με πολύ χωνευτικό νερό, που αναβλύζει μέσα απ' τις βουνοπλαγιές όταν είναι βροχερή η χρονιά, δυστυχώς μαστίζεται από την αστυφιλία.  Αν σ' αυτά προσθέσουμε τη λειψυδρία, τις πολύ χαμηλές τιμές των αγροτικών τους προϊόντων, τη σκληρή δουλειά που απαιτείται, τη μη σωστή προώθηση του ορεινού τουρισμού, την έλλειψη πλήρους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, την παιδεία που όλο και φθίνει λόγω έλλειψης μαθητών, την έλλειψη μόνιμης απασχόλησης καταλαβαίνει κανείς γιατί υπάρχει τάση για φυγή απ' αυτό τον επίγειο παράδεισο. Κι είναι κρίμα, γιατί όποιος την επισκεφτεί για έστω και λίγες μέρες δεν την ξεχνά, αφού η κοιλάδα της Μαραθάσας έχει τόσα πολλά και ποικίλα να του προσφέρει.
Από την επίσκεψή μας στη Σολιά γνωρίσαμε τον Αστρομερίτη, απ' όπου ερχόμενοι από τη Λευκωσία, αφού δεν μπορούμε να πάμε προς του Μόρφου λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής, παίρνουμε το δρόμο προς τη Σολιά και την οροσειρά του Τροόδους. Γύρω στα 18 χιλιόμετρα από τον Αστρομερίτη, στρίβουμε προς τα δεξιά, με σκοπό να ενωθούμε σε κάποιο σημείο με τον «παλιό» δρόμο της Μαραθάσας. Ο δρόμος αυτός, μετά την τουρκική εισβολή, έγινε ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τη Λευκωσία με τη Μαραθάσα. Ο «παλιός» δρόμος ξεκινούσε από το Ξερό και το Καραβοστάσι, έστριβε νότια, περνούσε μέσα από το χωριό Λεύκα κι οδηγούσε προς την κοιλάδα της Μαραθάσας. Δυστυχώς για μάς ο δρόμος τούτος είναι απροσπέλαστος. Έτσι μετά την τουρκική εισβολή, ο ταξιδιώτης δεν μπορεί ν' απολαύσει την όμορφη διαδρομή Αστρομερίτη - Μόρφου - Ξερού - Λεύκα, στερείται την καταπράσινη πεδιάδα του Μόρφου με τους πορτοκαλεώνες και τα δαντελωτά ακρογιάλια του κόλπου του Μόρφου κι ιδιαίτερα την περιοχή του Καραβοστασίου.
Ξεστρατίζουμε λοιπόν από το δρόμο Αστρομερίτη - Σολιάς, παίρνουμε δυτική κατεύθυνση για να διασχίσουμε τις βόρειες  περιοχές της κοιλάδας της Σολιάς. Στο δρόμο μας συναντούμε χωριά, που οι κάτοικοί τους εκτός από τη λίγη γεωργοκτηνοτροφία βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στα μεταλλεία της περιοχής, τα νεκρά σήμερα μεταλλεία της Σκουριώτισσας. Περνάμε μέσα από το χωριό Λινού, όπου θυμόμαστε τον Ανδρέα Ζάκο, που αφού είχε πληγωθεί στην μάχη των Σόλων, λίγο πιο πέρα από το Καραβοστάσι, συνελήφθηκε κι απαγχονίστηκε στις 9 Αυγούστου, 1956 από τους άγγλους μαζί με άλλα δυο παλικάρια της ΕΟΚΑ, το Χαρίλαο Μιχαήλ, που είχε συλληφθεί στην ίδια μάχη, και τον Ιάκωβο Πατάτσο.
Διασχίζοντας το χωριό Λινού - ο Νέαρχος Κληρίδης το γράφει Ληνού ως προερχόμενο από το ληνός, που σημαίνει τα πατητήρια για την έκθλιψη, το λυώμα των σταφυλιών -, έρχεται στο μυαλό μου το ποίημα «Η Αρκοντιά» - η Αρχοντιά - του ποιητή μας Δημήτρη Λιπέρτη, κι ιδιαίτερα οι στίχοι που μιλούν για την ανθρωπιά. Ανάμεσα στ' άλλα ο Λιπέρτης γράφει:
-- Α! παππού ήρτεν ο Καλλής, που την  Λινούν λαλούσιν,
Τζι επέζεψε στου Γιάκουμου τζιαι πάσιν να τοδ δούσι.
..................
Αρκόντηνεν θέμι πολλά τζιαι για την αρκοντιάν του
Όπου σταθούν, φουμίζουντον.
  • Μμα  για την αθθρωπκιάν του
Είπεν κανένας τίποτε; Αννοίξαν στόμαν, γιεβμου;

                    Προχωρούμε αφήνοντας στα δεξιά μας τα φυλάκια της Εθνοφρουράς και λίγο πιο πέρα τα πολυβολεία των τούρκων εισβολέων, όταν μπαίνουμε στην κοιλάδα της Μαραθάσας. Το καταλαβαίνουμε αφού στα δεξιά κι αριστερά μας κάνουν την εμφάνισή τους μικρά περιβόλια στα κάπως μικρά επίπεδα μέρη, φρουτόδεντρα στις κάπως χαμηλές και δάση από πεύκα στις πιο ψηλές βουνοπλαγιές. Είμαστε πια στην κοιλάδα της Μαραθάσας, που τη διασχίζει ο «ποταμός», ο χείμαρρος Σέτραχος.
Συνεχίζουμε λίγο ακόμα και συναντούμε τον κύριο δρόμο της Μαραθάσας. Φυσικά δεν μπορούμε να πάμε προς τα βόρεια, προς τη Λεύκα, γιατί είναι τουρκοκρατούμενη περιοχή. Στο άκουσμα Λεύκα έρχεται στο μυαλό μου ο ήρωας της ΕΟΚΑ Μάρκος Δράκος, που ο βίος και η πολιτεία του μού προκαλούν ιδιαίτερη συγκίνηση. Ένα τραγούδι για το Μάρκο Δράκο, αρχίζει ως εξής:

Από της Λεύκας το χωριό, γενναίο παλικάρι
Ξεκίνησε για τα βουνά της Κύπρου το καμάρι…..

 Στρίβουμε προς τ' αριστερά, παίρνουμε νότια διεύθυνση  και προχωρούμε προς τα χωριά της Μαραθάσας. Ο δρόμος μας, από δω και πέρα, συνεχίζει να προχωρεί παράλληλα με το χείμαρρο, με τη διαφορά ότι τα νερά του Σέτραχου κυλάνε προς τα βόρεια, προς τη θάλασσα, ενώ ο αυτοκινητόδρομος, που αρχίζει πια ν' ανηφορίζει, μάς οδηγεί προς τα νότια, προς τις κορυφές του Τροόδους.



ΣΤΟΝ ΟΡΚΟΝΤΑ

 Πρώτος σταθμός «τα κέντρα του Όρκοντα». Εδώ ο ταξιδιώτης μπορεί να σταματήσει για ένα καφέ ή ένα παγωτό, αλλά και για μεσημεριανό φαγητό. Συνήθως υπάρχει «οφτόν (ψητό) του φούρνου» ή κυπριακή σούβλα, γιατί τα κέντρα αυτού του είδους προσφέρονται ως καφενεία αλλά κι ως εστιατόρια.
 Προσωπικά όταν βρεθώ στην κοιλάδα της Μαραθάσας θα κάνω σταθμό εδώ στον Όρκοντα. Πάντα διαλέγω να καθίσω όχι εντός του μεγάλου καφεστιατορίου, αλλά έξω, κάτω από τις «καλύβες», τις κληματαριές και πάντα προς τη μεριά του χειμάρρου ώστε απολαμβάνοντας το ποτό ή το φαγητό μου, να γεμίζει το στήθος μου με τις μυρωδιές των ανθισμένων δέντρων και λουλουδιών, ν' ακούω το φλοίσβο του «τρεχάμενου» νερού και να το βλέπω να κυλά νωχελικά προς τη θάλασσα καθώς και το γλυκόλαλο τραγούδι των πουλιών και των ζουζουνιών. Παράλληλα μ' όλ' αυτά είναι «χάρμα οφθαλμών» να βλέπει κανείς τη φυσική βλάστηση, τις ολοπράσινες βουνοπλαγιές με τα φρουτόδεντρα χαμηλά, τ' αμπέλια πιο ψηλά και τα πεύκα ακόμα πιο ψηλά.
Όταν είναι καλοχρονιά, από πλευράς βροχών, και στην απέναντι πλαγιά τρέχει από μια κάνουλα το νερό της φυσικής πηγής, έτσι όπως βγαίνει μέσα από τη βουνοπλαγιά, είναι μεγάλος πειρασμός. Ποιος θα δει αυτό το τόσο γραφικό θέαμα και δεν θα πάει κοντά, αλλά και ποιος δεν θ' ανοίξει τις χούφτες του να τις γεμίσει με το κρυστάλλινο νερό και να δροσιστεί!... Άλλωστε η Μαραθάσα φημίζεται για το χωνευτικό νερό, που αναβλύζει ολόδροσο μέσα από τις φυσικές πηγές της.
Ανηφορίζουμε προς την καρδιά της «Μυριανθούσας», της Μαραθάσας με τα μύρια άνθη της, που διοικητικά ανήκει στις επαρχίες Λευκωσίας και Λεμεσού. Αφήνουμε στα δεξιά μας το ιχθυοτροφείο πέστροφας και λίγο πιο πέρα τον υδατοφράκτη του Καλοπαναγιώτη. Ο πλαγιόδρομος προς τ' αριστερά οδηγεί στο χωριό Οίκος, που δεν απέχει και πολύ από τον κεντρικό δρόμο,  ενώ λίγο πιο πέρα ο δρόμος προς τα δεξιά ανηφορίζει προς στις Γερακιές κι απ' εκεί στο φημισμένο μοναστήρι της Παναγίας της Κυκκώτισσας, τη μονή του Κύκκου.
Πιστεύεται ότι πολλά χωριά της Μαραθάσας είχαν ιδρυθεί τα χρόνια της Φραγοκρατίας. Η Μαραθάσα, όπως κι η Σολιά, έχει αναπτύξει τη φρουτοκαλλιέργεια, με γνωστότερο προϊόν τα περίφημα κεράσια της χωρίς μ' αυτό να ξεχνάμε τα μήλα, τ' αχλάδια, τα δαμάσκηνα, τα ροδάκινα και τα καρύδια. Η περιοχή διαθέτει ψυκτικούς θαλάμους, γιατί δεν μπορούν ν' απορροφηθούν όλα τα φρούτα κατά τη συγκομιδή τους κι έτσι πρέπει να φυλαχτούν για αργότερα. Επίσης γίνεται αποξήρανση φρούτων, ιδιαίτερα κερασιών, βύσινων, σταφίδας και δαμάσκηνων.
Φημισμένα είναι επίσης, όπως και στη Σολιά, τα κεντήματα, τόσο τα «πλουμιά της βούφας» - δηλαδή κεντήματα στον αργαλειό - όσο και τα «πλουμιά με το βελόνι».  Στη Μαραθάσα, λόγω του ορεινού εδάφους της περιοχής, είχαν δράσει πολύ οι αντάρτικες ομάδες του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59.
Ας σημειωθεί ότι από τη Μαραθάσα κατάγονται πολλοί αρχιερείς: τέσσερις αρχιεπίσκοποι προέρχονται από το χωριό Πρόδρομο, ενώ άλλοι τέσσερις αρχιερείς από τις Τρεις Ελιές.            END 162
                                          
                  START 163
ΚΑΛΟΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Προτού ανεβούμε μια απότομη ανηφόρα, για να μπούμε στον Καλοπαναγιώτη, παίρνουμε την πρώτη γεύση τού τι μας περιμένει, αφού σ' ένα μικρό κατάστημα βλέπουμε να κρέμμονται «βέργες από σουτζιούκκο». Ο σουτζιούκκος είναι ένα είδος γλυκού, που αντέχει στο χρόνο, κι είναι φτιαγμένος από σταφυλοχυμό, μουσταλευριά και αμύγδαλα ή καρύδια. Ψήνεται το ζουμί του σταφυλιού σε μεγάλο καζάνι, όπου ρίχνεται αλεύρι και μυρωδικά, όπως «κιούλιν» (στην Ελλάδα χρησιμοποοιούν διάφορα ονόματα για το κιούλι, όπως μπαρμαρούσα, αρμπαρόριζα, μοσχόφυλλο, ροδογέρανο), κι ενώ βράζει ανακατεύεται μέχρι που να αρχίσει να συμπυκνώνεται. Αν πάρουν αυτό το συμπυκνωμένο ζουμί και το στεγνώσουν σε πλάκες - συνήθως είναι τετράγωνες των 5Χ5 εκατοστών και πάχους ενός εκατοστού - τότε φτιάχνουν το «κκιοφτέρι». Αν στο μίγμα βουτάνε ειδικό σπάγγο, στον οποίο είναι περασμένα αμύγδαλα ή καρύδια, και το αφήνουν να στεγνώσει για λίγο και μετά το βουτάνε ξανά και ξανά τότε φτιάχνουνε το σιουτζιούκκο. Η μέθοδος για την παρασκευή του σουτζιούκκου είναι η ίδια μ' αυτή της παρασκευής κεριών.
Ο Καλοπαναγιώτης, που βρίσκεται σε υψόμετρο 2,350 πόδια και λειτουργεί ως θέρετρον τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι γνωστός και για τα θειούχα νερά του, τις ιαματικές του πηγές, που λειτουργούν ολόχρονα.
Εδώ βρίσκεται κι η περίφημη εκκλησία του αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, που χαραχτηρίστηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ ως χώρος Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ας σημειωθεί ότι το συγκρότημα αυτό, που κάποτε ήταν μοναστήρι, αποτελείται από τρεις μεσαιωνικές εκκλησίες - η κεντρική εκκλησία χρονολογείται από τον 11ο αιώνα -, αφιερωμένες η μια στον άγιο Ηρακλείδιο, που δεν θα πρέπει να συγχισθεί με τη σημερινή μονή του Αγίου Ηρακλειδίου κοντά στην αρχαία Ταμασό, η άλλη στον άγιο Ιωάννη το Λαμπαδιστή κι τρίτη είναι ένα εκκλησάκι των Λατίνων. Κι οι τρεις είναι καλυμένες κάτω από την ίδια ξύλινη στέγη.
Το ταξίδι μας συνεχίζει προς τα νότια, περνάμε μέσα από τον όμορφο Μουτουλά, ένα γραφικότατο χωριό με τσίγκινες ή κεραμυδένιες στέγες, όπως είναι και στ' άλλα ορεινά χωριά, για να φτάσουμε σε λίγο στον Πεδουλά, που από ψηλά φαντάζει σαν ένα γιγάντιο πέδιλο.

ΠΕΔΟΥΛΑΣ

Ο Πεδουλάς είναι ένα χωριό που το γνωρίζω πάρα πολύ καλά, αφού εκεί είχα τη δεύτερή μου εμπειρία σε παιδικές κατασκηνώσεις. Η πρώτη μου εμπειρία ως ομαδάρχης σε κατασκηνώσεις ήταν στον κατασκηνωτικό χώρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης κοντά στην Κακοπετριά, μαζί με τα παιδιά των κατηχητικών σχολείων. Ήταν το 1960. Η δεύτερη ήταν την επόμενη χρονιά, στις κατασκηνώσεις του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, ως δάσκαλος υπεύθυνος για μια ομάδα παιδιών από την Αμμόχωστο. Είχαμε κατασκηνώσει για λίγες μέρες στους χώρους του δημοτικού σχολείου Πεδουλά και μετά ανταλλάξαμε κατασκηνωτικούς χώρους με τις άλλες ομάδες κατασκηνωτών. Τότε βγήκαμε λίγο έξω από το χωριό, στο πευκόφυτο δάσος, όπου υπήρχε ειδικός κυβερνητικός χώρος για σχολικές κατασκηνώσεις. Ωραίες εμπειρίες: από τη μια να προσφέρεις χαρά στα παιδιά κι απ' την άλλη να μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα από τους κατοίκους της περιοχής, από τις εκδρομές και τους ολιγόωρους περιπάτους στις μυρωδάτες βουνοπλαγιές του καταπράσινου Τροόδους. Όμορφα, ξέγνοιαστα, αλησμόνητα χρόνια. Χωρίς αττίλες και τουρκική κατοχή!.....
Βέβαια τα εξοχικά κέντρα στην ανατολική πλευρά τού όχι και τόσο πλατιού δρόμου, όπως και τα ξενοδοχεία στη δυτική περιμένουν τους περιηγητές και τους τουρίστες να τα επισκεφτούν. Άλλωστε το χωριό βασίζεται στον τουρισμό, αφού το κυριότερο εισόδημά του προέρχεται από τους εκδρομείς ή και τους παραθεριστές.
 Όμως για μας που γνωρίζουμε το Πεδουλά, δεν υπάρχει ωραιότερο μέρος από το να ακολουθήσουμε τον δρόμο που οδηγεί μέσα στο χωριό και να κατευθυνθούμε για ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού στο κέντρο Βρυσί. Το κεντράκι αυτό βρίσκεται στο κάτω μέρος μιας πολύ μικρής κοιλάδας και σε κάποιο σημείο αναβλύζει νερό μέσα από την πλαγιά. Το νερό αυτό έχει αξιοποιηθεί. Όπως βγαίνει μέσα από ειδικές κάνουλες τρέχει σε μια δεξαμενή κι απ' εκεί στους μικρούς κήπους της περιοχής. Κι έτσι παγωμένο που είναι - δε χρειάζεται ψυγείο - σε προσκαλεί να σκύψεις πάνω από την κάνουλα και να δροσιστείς.
Στο Βρυσί εκτός από το δροσερό και τόσο χωνευτικό νερό είναι μεγάλος πειρασμός και τα γλυκά του κουταλιού, και σίγουρα η πρώτη επιλογή είναι το γλυκό του κερασιού, αφού βρισκόμαστε στον Πεδουλά, το πρώτο χωριό της Κύπρου στην παραγωγή κερασιών.
Από το Βρυσί είτε συνεχίζουμε το δρόμο μας για να ενωθούμε λίγο έξω από το χωριό με τον κεντρικό δρόμο Πεδουλά - Προδρόμου ή παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής, φτάνουμε στον κεντρικό δρόμο για να στρίψουμε αριστερά. Προτού φύγουμε από το χωριό αξίζει τον κόπο να επισκεφτούμε και το μικρό εκκλησάκι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, κτίσμα του 1474 μ.Χ., που από το 1985 έχει ενταχθεί στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ, λόγω των εξαιρετικών τοιχογραφιών και των αυθεντικών σκαμνιών που διασώζονται σε καλή κατάσταση. Ίσως και μια επίσκεψη στους χώρους του Γυμνασίου Πεδουλά δεν θα ήταν χάσιμο χρόνου.
 Όπως προχωρούμε μέσα στο χωριό βλέπουμε στ' αριστερά μας τα σπίτια που μοιάζουν με κοπάδι που κατηφορίζει από μια απότομη πλαγιά, ενώ στα δεξιά βλέπουμε τα σπίτια που ακουμπούν στο δρόμο μας. Μετά από μια απότομη ανηφορική στροφή φτάνουμε σ' ένα «δίστρατο». Αν συνεχίσουμε το δρόμο μας χωρίς να στρίψουμε προς τ' αριστερά μάς οδηγεί προς το μοναστήρι του Κύκκου. Εκεί, σε μια βουνοκορφή, βλέπουμε και τον γιγάντιο άσπρο σταυρό, ύψους 25 μέτρων, που είναι κτισμένος στην αυλή της εκκλησίας του Σταυρού της Φιθκιάς και διακρίνεται από πολύ μακριά.
                    Στρίβουμε με μεγάλη προσοχή, την απότομη στροφή και κάνουμε μια σύντομη στάση για ν' αγοράσουμε από τους εκεί υπαίθριους πωλητές ξερά κεράσια, σουτζιούκκο, κιοφτέρι και βυσινάδα.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

Περνάμε μέσα από ανηφόρες, στροφές κι απότομες πευκόφυτες πλαγιές και φτάνουμε στον Πρόδρομο, το ψηλότερο χωριό της Κύπρου, κτισμένο σε ένα υψόμετρο  των 1,380 μέτρων. Διοικητικά ανήκει στην επαρχία Λεμεσού κι απέχει γύρω στα 60 χιλιόμετρα από τη Λεμεσό. Ας σημειωθεί ότι ο πληθυσμός του μειώνεται συνεχώς, ένα φαινόμενο που συμβαίνει και με τ' άλλα χωριά της Μαραθάσας, αλλά και γενικότερα με όλα τα ορεινά χωριά. Κατά την απογραφή του 2001 ο Πρόδρομος είχε μόνο 147 μόνιμους κατοίκους. Βέβαια τους καλοκαιρινούς μήνες γεμίζει με παραθεριστές.
Από τα παλιά χρόνια υπήρχαν καλά ξενοδοχεία για τους επισκέπτες, με πιο γνωστό το Βερεγγάρια, που έχει πάρει το όνομά του από τη Βερεγγάρια, τη γυναίκα του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, που την είχε παντρευτεί στη Λεμεσό, όταν βρισκόταν στην Κύπρο, την εποχή των σταυροφοριών. Το ξηρό κλίμα, ο καθαρός αέρας του βουνού, η ησυχία κι η γαλήνη του χωριού, οι ευκολίες που παρέχει ο οργανωμένος τουρισμός του Προδρόμου συνέβαλαν στο να έχει πολύ καλό όνομα ως χώρος για περιηγητές.
Στον Πρόδρομο βρίσκεται επίσης το Δασικό Κολλέγιο Κύπρου, του οποίου οι απόφοιτοι, ως ειδικοί στη δασοκομία και τη δασονομία, απορροφούνται από το Τμήμα Δασών. Λόγω του καλού του ονόματος το Κολλέγιο προτιμάται και από φοιτητές άλλων χωρών.
Εκεί που είναι η πλατεία του χωριού συναντούνται τρεις δρόμοι σε σχήμα Τ. Ο δρόμος προς τα βόρεια οδηγεί στον Πεδουλά - είναι ο δρόμος που ακολουθήσαμε ερχόμενοι από τον Πεδουλά -, ο νότιος οδηγεί προς τις Πλάτρες και τη Λεμεσό κι ο ανατολικός οδηγεί προς την Πλατεία του Τροόδους.

ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΚΥΚΚΟΥ

Όταν βρισκόμαστε στη Μαραθάσα σίγουρα θα πρέπει να κάνουμε και μια επίσκεψη στη Μονή Κύκκου, το πιο γνωστό, όχι μόνο εντός αλλά κι εκτός Κύπρου, μοναστήρι. Υπάρχουν διάφοροι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, που οδηγούν στο μοναστήρι της Παναγιάς της Κυκκώτισσας.
Αν βρισκόμαστε στην «είσοδο» της ελεύθερης Μαραθάσας, μπορούμε από τον Καλοπαναγιώτη, μέσω του χωριού Γερακιές, να πάμε στον Κύκκο.
Ας σημειωθεί ότι πριν από την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου, ο δρόμος από τη Μόρφου, ακολουθώντας τον δυτικό παραλιακό δρόμο, που οδηγούσε προς το Ξερό και την Τηλλυριά, κάπου κοντά στους αρχαίους Σόλους, ένας πλαγιόδρομος οδηγούσε μέσω του χωριού Κάμπος στο μοναστήρι.
Ένας τρίτος δρόμος αρχίζει από τον Πεδουλά και καταλήγει στη Μονή του Κύκκου.
Άλλοι δρόμοι, στενοί αλλά πολύ γραφικοί, οδηγούν τους προσκυνητές από τα βόρεια χωριά της Πάφου προς στο μοναστήρι. Σίγουρα αν πάρει κάποιος τους δρόμους προς τα δυτικά θα τον οδηγήσουν στη φημισμένη «Κοιλάδα των Κέδρων» ή και στο «Σταυρό της Ψώκας», που αν είναι τυχερός μπορεί να δει και αγρινά, τις μοναδικές στο είδος τους αίγαγρες, που έχουν γίνει και σύμβολο των Κυπριακών Αερογραμμών.
Το μοναστήρι αυτό είναι κτισμένο σε μια από τις δυτικές κορφές του Τροόδους και σε υψόμετρο 1318 μέτρων. Πιστεύεται ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε περί τα τέλη του 11ου κι αρχές του 12 αιώνα. Μια παράδοση λέγει ότι εκεί υπήρχε ένα πουλί που λαλούσε:                                                                       Κύκκου Κύκκου το βουνί
                                                            Μοναστήρι θα γενεί
                                                            Μια χρυσή κυρά θα μπει
                                                            Και ποτέ της δεν θα βγει.
Η παράδοση λέει ότι στα μέρη αυτά ζούσε κάποιος μοναχός, ονομαζόμενος Ησαΐας, που είχε θεραπεύσει την κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου  του Κομνηνού (1081-1118μ.Χ.) από μια ανίατη αρρώστεια. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας για να δείξει την ευγνωμοσύνη του έκτισε το μοναστήρι και, αφού ήταν η επιθυμία του μοναχού, τού χάρισε την εικόνα της Παναγίας (που λέγεται ότι ζωγράφισε ο ευαγγελιστής Λουκάς), καθώς και τρία χωριά, ώστε νά έχει πόρους η μονή.
Το μοναστήρι αυτό από τα παλιά χρόνια, λόγω της απόστασης από τα διάφορα μέρη, διέθετε δωρεάν δωμάτια για τους προσκυνητές, εντός του περιτοιχισμένου χώρου. Σήμερα όμως οι χώροι αυτοί χρειάζονται για τις ανάγκες των μοναχών, γιαυτό κι έχουν κτιστεί ξενώνες για τους επισκέπτες, που εκεί κοντά μπορούν να βρουν και σύγχρονο εστιατόριο καθώς και είδη πανηγυριού, όπως σταφίδες, καρύδια, σουτζιούκκο καθώς και «σουβενίρς», ενθύμια και παιδικά παιχνίδια.
Βέβαια δεν είναι μόνο η πλούσια βλάστηση και τα πευκόφυτα βουνά, που σε αποζημιώνουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού απάνω στις βουνοπλαγιές και τις βαθιές κοιλάδες, αλλά κυρίως η επίσκεψη εντός του μοναστηριού. Είναι κάτι το συγκινησιακό, που αν δεν το ζήσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις. Από τη στιγμή που μπαίνεις εντός του κλειστού χώρου νιώθεις μια ουράνια ησυχία και μια θρησκευτική γαλήνη. Δεν γνωρίζω γιατί, αλλά νομίζω το επιβάλλει η ιερότητα του χώρου.
Οι τοίχοι της εισόδου είναι στολισμένοι με ψηφιδωτές εικόνες, όπως κι οι τοίχοι στις βεράντες καθώς κι η σκάλα που οδηγεί στο χαμηλότερο μέρος, όπου βρίσκεται η εκκλησία. Φυσικά μόνο οι σεμνά ντυμένοι μπορούν να περάσουν την πύλη, αφού εκεί στην είσοδο υπάρχει μοναχός, που, κατά κάποιο τρόπο, ελέγχει κι αν χρειαστεί μπορεί να δώσει ειδικά ρούχα για να σκεπάσουν τη γύμνια τους, σ' αυτούς που με το ντύσιμό τους δεν ανταποκρίνονται στην ιερότητα του χώρου.
Η είσοδος εντός της εκκλησίας όπου επικρατεί απόλυτη ησυχία, σου δίνει την εντύπωση ενός πολύ πλούσιου μοναστηριού. Δικαιούται ο επισκέπτης να προσκυνήσει, αλλά δεν μπορεί ν' ανάψει κερί, γιατί οι μοναχοί φοβούνται ότι με την πολλή χρήση κεριών των χιλιάδων επισκεπτών, θα φθαρούν οι εικόνες κι οι τοιχογραφίες. Βέβαια την εικόνα, που θεωρείται ότι ζωγράφισε ο ευαγγελιστής Λουκάς, δεν μπορεί κανείς να τη δει, γιατί είναι σκεπασμένη.
Σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων και σε ακόμη πιο ψηλή βουνοκορφή βρίσκεται το Θρονί της Παναγίας. Ακριβώς σ' αυτό το μέρος έχει χτιστεί ένα μικρό εκκλησάκι, που θυμίζει μάλλον αρχαίο ελληνικό ναό, και λίγο πιο κάτω είναι ο τάφος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄ και πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Τρίτος, σ' αυτό εδώ το μοναστήρι έζησε ως μοναχός τα πρώτα χρόνια της νεανικής του ζωής, προτού πάει στη Λευκωσία για τις γυμνασιακές του σπουδές στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το μοναστήρι του Κύκκου είχε σταθεί ο πιο ένθερμος συμπαραστάτης κι υποστηρικτής του  Μακαρίου σ' όλες τις φάσεις της ζωής του: στις γυμνασιακές και πανεπιστημιακές σπουδές του, στα αρχιερατικά κι αργότερα και στα προεδρικά του καθήκοντα, καθώς και στον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ.
Σήμερα η Μονή Κύκκου κατέχει μια ξεχωριστή θέση ως ιερός χώρος για προσκύνημα, αλλά και ως οικονομικός παράγοντας της Κύπρου, αφού είναι το πιο οικονομικά εύρωστο μοναστήρι του νησιού.

ΜΗΛΙΚΟΥΡΙ

Πολύ κοντά βρίσκεται και το χωριό Μηλικούρι, ένα πολύ μικρό ορεινό χωριό, που έγινε γνωστό κατά τον τετραετή αγώνα της ΕΟΚΑ, όταν για 54 ολόκληρε μέρες το χωριό είχε αποκλειστεί εντελώς από τον έξω κόσμο - το γνωστό «κέρφιου»-, γιατί οι άγγλοι πίστευαν ότι εκεί κρυβόταν ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ Διγενής κι ο πυρήνας των ανταρτών του. Τελικά δεν μπόρεσαν να βρουν και να συλλάβουν ούτε το Διγενή ούτε και τα παλικάρια του.
Το Μηλικούρι φημίζεται και για το σουτζιούκκο του, όπως λέει και το τραγούδι:  Σουτζιούκκον Τζιυπριώτικο,
Της Πλάτρας, Πεδουλιώτικο,
Τζιαι του Μηλικουρκού,
Του ξακουστού χωρκού.
Σήμερα το Μηλικούρι έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες παρατηρείται κάποια κίνηση από Μηλικουριώτες που έχουν κατοικήσει κάπου αλλού και από λίγους παραθεριστές, που ενοικιάζουν ή έχουν αγοράσει τα σπίτια αυτών που έφυγαν.

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο Γ΄

                    Αφού γράψαμε για το μοναστήρι του Κύκκου θα πρέπει να κάνουμε και μια σύντομη αναφορά στη ζωή και το έργο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄, που υπήρξε κι ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
                    Ο Μακάριος Γ΄ γεννήθηκε στο χωριό Πάνω Παναγιά της επαρχίας Πάφου, στις 13 Αυγούστου, 1913 και πέθανε στις 3 Αυγούστου 1977, σε ηλικία 63 χρονών. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος.
                    Αποφοιτώντας από το δημοτικό σχολείο του χωριού του, πηγαίνει δόκιμος στη μονή Κύκκου, η οποία, ύστερα από λίγο τον στέλλει για σπουδές πρώτα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας και μετά στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποφοιτά το 1942, αλλά συνεχίζει για δυο χρόνια στη Νομική Σχολή, οπότε με υποτροφία του Οικουμενικού Συμβουλίου Εκκλησιών, σπουδάζει κοινωνιολογία της θρησκείας στη Βοστώνη.
                    Το 1948 είχε εκλεγεί επίσκοπος Κιτίου κι επέστρεψε στην Κύπρο ως Κιτίου Μακάριος, για να εκλεγεί λίγο αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου.
                    Ο Μακάριος, ως Πρόεδρος του Εθναρχικού Συμβουλίου Κύπρου, μαζί με άλλους συνεργάτες του πρωτοστάτησε στην έναρξη του αγώνα, για την απαλλαγή του Νησιού μας από την αγγλική αποικιοκρατία με σύνθημα «Ένωσιν και μόνον Ένωσιν». Είχε προσκαλέσει  τον Γεώργιο Γρίβα και του είχε αναθέσει την ευθύνη οργάνωσης ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων. Ο Γεώργιος Γρίβας, απόστρατος συνταγματάρχης του Ελληνικού στρατού κυπριακής καταγωγής, πήρε το ψευδώνυμο Διγενής, οργάνωσε κι ηγήθηκε του τετραετούς ένοπλου αγώνα της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ, 1955-1959). Ο Μακάριος, ως ο Εθνάρχης της Κύπρου, παρέμεινε ο πολιτικός της ηγέτης.
                    Ο Μακάριος παρακάθησε πολλές φορές σε συνομιλίες με τους Άγγλους, αλλά δυστυχώς δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Τότε οι Άγγλοι για να τον τιμωρήσουν τον εξορίζουν στις Σεϋχέλλες με άλλους τρεις κύπριους πατριώτες (το Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, τον Παπάσταυρο Παπαγαθαγγέλου, ιερέα της εκκλησίας της Φανερωμένης Λευκωσίας και το Γραμματέα της Μητρόπολης Κερύνειας Πολύκαρπο Ιωαννίδη), στις 9 Μαρτίου 1956. Στην εξορία θα παραμείνουν μέχρι τις 17 Απριλίου 1957, οπότε ελευθερώνονται μεν, αλλά δεν μπορούν να επιστρέψουν στην Κύπρο, παρά μόνο όταν είχαν πια υπογραφεί οι Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, που έμελλε να φέρουν τόσα δεινά στην Κύπρο, αφού στον κυπριακό λαό είχε επιβληθεί «Σύνταγμα», που ήταν από την αρχή φτιαγμένο με διαιρετικά, διχοτομικά στοιχεία. Έτσι αντί για «Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα» καταλήξαμε σ' ένα σύνταγμα, την Κυπριακή Δημοκρατία, που, δυστυχώς έδινε υπερδικαιώματα στις λεγόμενες εγγυήτριες δυνάμεις.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο από την εξορία είχε εκλεγεί ως ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και παρέμεινε σ' αυτό το αξίωμα μέχρι το τέλος της ζωής του. Με τις ικανότητες που τον χαραχτήριζαν κατόρθωσε να μετατρέψει την Κύπρο από μια τριτοκοσμική χώρα, που ήταν, σε μια ευημερούσα κοινωνία, παρά τις τούρκικες αντιδράσεις και προσκόμματα στην ανάπτυξη του Νησιού και παρά την τούρκικη ανταρσία. Αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε δημιουργηθεί η ΕΟΚΑ Β΄, που αντιστεκόταν στην ομοσπονδιακή λύση του κυπριακού.
Με τον ερχομό της δικτατορίας στην Ελλάδα και το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 με σκοπό την ανατροπή της εκλεγμένης Κυβέρνησης Μακαρίου, η Τουρκία, που από χρόνια είχε βάλει στο μάτι την Κύπρο, άρπαξε την ευκαιρία, εισέβαλε στο Νησί μας και από τότε κατέχει ένα μεγάλο μέρος του τόπου μας.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ πέθανε τον Αύγουστο του 1977, αφήνοντας πίσω του διχοτομημένη την Κύπρο, αφού η Τουρκία, επεκτατική χώρα, αρνιόταν και συνεχίζει μέχρι σήμερα να φέρνει εμπόδια σε μια δίκαιη και ειρηνική λύση στο πρόβλημα της Κύπρου. Έτσι ο Μακάριος έφυγε από τη ζωή πικραμένος, χωρίς να δει τους κόπους, τους μακροχρόνιους αγώνες και τα όνειρά του να πραγματοποιούνται....

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  
  1. Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, Κύπρος η Αγία Νήσος, Λευκωσία 1997
  2. httl:el.wikipedia.org
  3. Karouzis Christina, Cyprus Road & Tour Map, SELAS Ltd, Nicosia,
  4. www.sigmalive.com/simerini/news/social/83461
  5. www.europa.eu/enterprise/sectors/tourism/eden/themes
  6. Καρούζη Γ., Γεωγραφία της Κύπρου, Λευκωσία 1979
  7. Κεβόρκ Κ. Κεσισιάν, Ρωμαντική Κύπρος (Μετάφραση 14ης έκδοσης: Κύπρος Ψυλλίδης), Λευκωσία, Κύπρος, 1973
  8. Κληρίδη Ν, Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, Λευκωσία - Κύπρου, 1961
  9. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
  10. Μπότσαρη Α., Λεξικό των Ηρώων της ΕΟΚΑ, 1968
  11. Προσωπικές εμπειρίες



Δ. ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΘΕΡΕΤΡΑ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΓΕΝΙΚΑ

Αφού τελειώσαμε την περιήγησή μας στις βορειοανατολικές περιοχές του Τροόδους (Πιτσιλιά, Σολιά, Μαραθάσα), ας συνεχίσουμε το δρόμο μας προς τις Πλάτρες, στην Πλατεία Τροόδους κι απ' εκεί να καταλήξουμε στο σταυροδρόμι του Καρβουνά, όπου μας οδήγησαν οι δρόμοι της Πιτσιλιάς και της Σολιάς.
Γενικά μιλώντας η περιφέρεια του Ορεινού Συμπλέγματος του Τροόδους είναι πλούσια σε φυσική βλάστηση. Στα πιο ψηλά μέρη συναντάται ο πεύκος και ο κέδρος που ευδοκιμεί προς την περιοχή του Κύκκου, στη φημισμένη Κοιλάδα των Κέδρων όπως επίσης κι ο πλάτανος, ο αόρατος και το κυπαρίσσι, χωρίς αυτό ν' αποκλείει τ' άλλα είδη δασικού δέντρου ή και τη μεγάλη ποικιλία θάμνων. Σ' αυτά θα πρέπει να προστεθούν και τα φρουτόδεντρα, όπως μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, κερασιές, καρυδιές, τ' αμπέλια και τα λαχανικά.
Έτσι από το κέντρο του Προδρόμου παίρνουμε το νότιο δρόμο, που οδηγεί προς τις Πλάτρες κι απ' εκεί στη Λεμεσό. Ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος και σχετικά άνετος, άνκαι δεν λείπουν οι στροφές, οι ανηφόρες κι οι κατηφόρες, κάτι που απολαμβάνω στις ορεινές διαδρομές μου. Είναι πράγματι μια πολύ ευχάριστη διαδρομή.
Ο παραθερισμός στα ορεινά θέρετρα του Ολύμπου είχε αναπτυχθεί αρκετά από τον περασμένο αιώνα γιαυτό κι υπάρχουν πολλά ξενοδοχεία, παραδοσιακές κατοικίες και  ξενώνες στη διάθεση των επισκεπτών στα διάφορα χωριά του Τροόδους. Κι είναι πράγματι πολύ ευχάριστη, πολύ ξεκούραστη και πολύ υγιεινή η παραμονή σ' αυτά τα πευκόφυτα χωριά. Το εξαιρετικό κλίμα της περιοχής είναι ευεργετικό για όσους πάσχουν από φυματίωση, δυσπεψία, βροχγίτιδα ή είναι νευρασθενείς. Είναι ιδιαίτερα τονωτικό για άτομα που προέρχονται από πεδινές ή παράκτιες περιοχές κι έχει καταπραϋντική επίδραση σε υπερκουρασμένα πρόσωπα.
Ακόμα τα ορεινά θέρετρα προσφέρουν στον επισκέπτη: περπάτημα ή και ποδηλασία σε δασικά - φυσικά ή τεχνητά - μονοπάτια, απόλαυση της τοπικής κουζίνας, ξεκούραση του ματιού με την πανοραμική θέα, αναζωογόνηση από το δροσερό κλίμα, επίσκεψη σε πολιτιστικά μνημεία, αναζήτηση ενός ήσυχου περιβάλλοντος, παρατηρήσεις από ορνιθολόγους, βοτανολόγους, γεωλόγους, κ.ά.
Εδώ είναι που το κελάδημα των αηδονιών ενέπνευσαν το νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη, να γράψει στο ποίημά του «Ελένη», ότι «τα αηδόνια δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΑ

Όπως προχωράμε, τρία περίπου χιλιόμετρα από τον Πρόδρομο βλέπουμε ένα οδοδείχτη που γράφει «Τροοδίτισσα». Στρίβουμε στα δεξιά και σε πολύ λίγη απόσταση βλέπουμε να ξεπροβάλλει το μοναστήρι της Παναγιάς της Τροοδίτισσας, που έχει πάρει το όνομά του από το βουνό Τρόοδος. Είναι κτισμένο πιο ψηλά από όλα τα μοναστήρια της Κύπρου, σε υψόμετρο 1370 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Είναι ένα μοναστήρι, που το γνωρίζω αρκετά καλά. Η πρώτη μου επίσκεψη είχε γίνει τον Αύγουστο του 1962, όταν Ηγούμενος ήταν ο Παγκράτιος, συγγενής από την πλευρά της μητέρας μου,  κι από τότε, όταν βρεθώ στην περιοχή θα το επισκεφτώ. Θυμάμαι μάλιστα ότι τότε τον είχα επισκεφτεί στο γραφείο του, του συστήθηκα και του είπα τη συγγένειά μας - αφού ήταν συνήλικος της μητέρας μου κι όταν βρισκόταν στο χωριό μας παίζανε σαν δυο αγαπημένα ξαδερφάκια -, μου απάντησε με πατρικό ύφος: «Συγγενής του είναι μόνο ο Θεός!».... Πλήρης αφιέρωση στα θεία!....
Το μοναστήρι αυτό, όπως και τόσα άλλα στην Κύπρο, δημιουργήθηκε μετά τη διαμάχη των εικονολατρών και εικονομάχων. Έτσι αρκετοί εικονολάτρες μοναχοί έφτασαν τότε στην Κύπρο, όπου υπήρχε ηρεμία, ανέβηκαν στα βουνά του Τροόδους και δημιούργησαν τα ησυχαστήριά τους, τα οποία στο πέρασμα των αιώνων μετατράπηκαν σε μοναστήρια, γράφοντας το καθένα τη δική του ιστορία.
Ένας ερημίτης εικονολάτρης είχε έρθει στην Κύπρο  φέρνοντας μαζί του μια εικόνα, που λέγεται ότι είχε ζωγραφίσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Έζησε εκεί ως ασκητής, σ' ένα σπήλαιο.
Η ακριβής ημερομηνία χτισίματος του Μοναστηριού, δεν είναι γνωστή, αφού δεν είχε μείνει τίποτα από το μοναστήρι της Μεσο-βυζαντινής περιόδου ή και της Φράγκικης κυριαρχίας....
Η μονή, όπως τη γνωρίζουμε πιστεύεται ότι κτίστηκε τα τέλη του 18ου ή 19ου κι έγιναν προσθέσεις, ανακαινίσεις τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα από τον Ηγούμενο Παγκράτιο που αναζωογόνησε κι ανάπτυξε το μοναστήρι.
Είναι ανδρικό μοναστήρι και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Αν κάποιος βρίσκεται στα μέρη αυτά σίγουρα μια επίσκεψη στο μοναστήρι της Τροοδίτισσας επιβάλλεται.

ΠΛΑΤΡΕΣ

                    Συνεχίζουμε το ευχάριστο ταξίδι προς τα νότια. Σε τέσσερα χιλιόμετρα από το μοναστήρι της Τροοδίτισσας βρίσκουμε τις Πλάτρες, που απέχουν 39 χιλιόμετρα από τη Λεμεσό και μόλις 9 χιλιόμετρα από την Πλατεία Τροόδους.
Οι Πλάτρες είναι παλιό χωριό κι αναφέρεται ότι υπήρχε την εποχή των Λουζινιανών (Φραγκοκρατία 1192-1489μ.Χ.) και των Ενετών (1489-1571μ.Χ.).
Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατρικά με μέσο υψόμετρο 1200 μέτρα. Το κλίμα είναι ξηρό με ελάχιστη υγρασία και με θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από αυτή των πόλεων: Ιούνιος 24 βαθμοί Κελσίου, Ιούλιος 26ο Κ, Αύγουστος 28ο Κ.
Σήμερα οι Πλάτρες έχουν γύρω στους 250 μόνιμους κατοίκους, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες, ιδιαίτερα τον Αύγουστο, ανέρχονται σε μερικές χιλιάδες, λόγω των παραθεριστών και των τουριστών, γιαυτό κι οι πιο πολλοί κάτοικοι του χωριού ασχολούνται με τουριστικά επαγγέλματα, όπως ξενοδοχεία, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης. Υπάρχουν επίσης μερικοί καλλιεργητές αμπελιών, κερασιών, μηλιών, αχλαδιών, δαμασκηνιών και ροδακινιών.
Μια βόλτα στο χωριό επιβάλλεται. Όσον αφορά το φαγητό δεν υπάρχει πρόβλημα γιατί οι Πλάτρες διαθέτουν αρκετά εστιατόρια και τα ξενοδοχεία έχουν τα δικά τους εστιατόρια-τραπεζαρίες. Προσωπικά πάντα πηγαίνω στο καφεστιατόριο «Το Ψηλό Δεντρό», που βρίσκεται σε μια μικρή κοιλάδα, όπου δίπλα από το ευρύχωρο κέντρο τρέχει γάργαρο το παγωνέμο νέρο, που κατηφορίζει από τον καταρράκτη «Καλεδόνια» και τα πουλιά, τ' αηδόνια του Σεφέρη, σε υποδέχονται με το γλυκό τους κελάδημα. Εδώ υπάρχει κι αρκετός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Πηγαίνοντας προς το κέντρο/εστιατόριο επισκέπτεται κανείς και το μικρό εκτροφείο πέστροφας κι αν είναι καλοκαιρινό μεσημέρι θα χαρεί και το ψήσιμο της κυπριακής σούβλας, που γυρίζει πάνω από τα κάρβουνα με τη δύναμη του νερού. Φυσικά δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για το πλούσιο μενού και την ποικιλία των φαγητών στα κυπριακά εστιατόρια ούτε και για τους καλοφαγάδες Κυπρίους, που όπως παρατήρησε κάποιος ξένος ανταποκριτής: «Οι Κύπριοι κτίζουν σπίτια λες και θα ζήσουν για πάντα και τρώνε τόσο πολύ λες και είναι το τελευταίο τους φαγητό».
Ακριβώς από δω ξεκινά και το μονοπάτι που οδηγεί στο μικρό καταρράκτη «Καλεδόνια», που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση.
Επίσκεψη στις Πλάτρες συνίσταται όχι μόνο τους καλοκαιρινούς αλλά και του χειμερινούς μήνες γιατί λειτουργούν ολόχρονα τα ξενοδοχεία. Ευχαριστήθηκα πολύ την παραμονή μου το Γενάρη του 2005, γιατί φανήκαμε ιδιαίτερα τυχεροί, αφού υπήρχε αρκετή χιονόπτωση, κι από τα μπαλκόνια του ξενοδοχείου Πατίτ Παλαί, απολαμβάναμε τον ανοιχτό ορίζοντα και τις νυφάδες του χιονιού, που έπεφταν τόσο..... απαλά στις γύρω κάτασπρες βουνοπλαγιές.
Όταν λέμε Πλάτρες συνήθως εννοούμε τις Πάνω Πλάτρες, γιατί υπάρχουν κι οι Κάτω Πλάτρες, που παλαιότερα ονομάζονταν Τορνάρηδες λόγω τού ότι οι κάτοικοι του χωριού αυτού τόρνευαν, δηλαδή επεξεργάζονταν τον πηλό με τον τόρνο, τον περιστρεφόμενο τροχό του αγγειοπλάστη, κατασκευάζοντας πήλινα αγγεία.
                    Στην απογραφή του 2001 οι Κάτω Πλάτρες είχαν 210 μόνιμους κατοίκους.

ΟΜΟΔΟΣ

                     Όταν κάποιος ανεβεί μέχρι τις Πλάτρες κι έχει τον καιρό σίγουρα θα πρέπει να κάνει και μια επίσκεψη στο Όμοδος!... Παίρνοντας το δρόμο προς τα δυτικά, περνάμε μέσα από τις Κάτω Πλάτρες και φτάνουμε στο δίστρατο, οπότε δημιουργείται το δίλημμα ποιο δρόμο να πάρουμε, αφού κι οι δυο έχουν την ιδιαιτερότητά τους. Δηλαδή, να πάρουμε το δρόμο προς τα βόρεια και να πάμε στο Φοινί, που φημίζεται για τα είδη αγγειοπλαστικής του κι ιδιαίτερα για τα πολύ μεγάλα πυθάρια κρασιού ή να πάρουμε το νοτιοδυτικό δρόμο, που οδηγεί στο Όμοδος, στην καρδιά των αμπελοχωριών της Κύπρου;
Παίρνουμε το δρόμο για το Όμοδος, που βρίσκεται στα σύνορα των επαρχιών Λεμεσού και Πάφου κι αποτελεί το κέντρο των κρασοχωριών. Επειδή απ' εδώ ξεκινούν πολλοί δρόμοι για τα γύρω χωριά πήρε το όνομα Όμοδος, από το επίρρημα ομού και τη λέξη οδός. Το χωριό είναι κτισμένο γύρω από το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, που πιστεύεται ότι σ' αυτό φυλάχτηκε η κάνναβος, «το σχοινί με το οποίο είχαν δέσει το Χριστό».
Για να επισκεφτεί κανείς το Όμοδος χρειάζεται αρκετό χρόνο, ιδιαίτερα μετά τις διάφορες αναπαλαιώσεις και ανακαινίσεις, που έχουν κάνει στο χωριό. Σίγουρα η πρώτη επίσκεψη είναι στο κέντρο του χωριού, στη μεγάλη πλατεία, που οδηγεί στο μοναστήρι του Σταυρού. Για να είμαστε ακριβείς, έχει όλα τα φόντα ενός ωραιότατου γραφικού μοναστηριού, αλλά δεν έχει μοναχούς κι η εκκλησία του λειτουργείται από τον ιερέα του χωριού. Τόσον εντός της εκκλησίας όσο και στα κτίρια-κελιά ο επισκέπτης χρειάζεται αρκετό χρόνο, ιδιαίτερα αν έχει σκοπό - και σίγουρα θα πρέπει, γιατί είναι πολύ αξιόλογο - να επισκεφτεί το πολύ περιποιημένο μουσείο του αγώνα της ΕΟΚΑ, όπου θα δει πολλά ντοκουμέντα και θα ζήσει στιγμές ηρωικού μεγαλείου, όπως τις έζησαν τα παλικάρια του απελευθερωτικού μας αγώνα.
Περπατώντας στην «πλατεία της εκκλησίας», που είναι μια ευρύχωρη πλακόστρωτη πλατεία βρίσκει κανείς πατροπαράδοτα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καταστήματα που πουλούν ενθύμια, παραδοσιακά έργα τέχνης, κυρίως κεντήματα, καθώς και προϊόντα της γης τους.
Ένας που γνωρίζει καλά το Όμοδος δεν θ' αρκεσθεί με το προσκύνημα στην εκκλησία και την πλατεία, αλλά θα περπατήσει και τα στενά γραφικά δρομάκια. Εκεί θα δει τις κεντήτριες να κάθονται στα πεζούλια να κεντούν, να εκθέτουν και παράλληλα να πουλούν τα πατροπαράδοτα κεντήματά τους, ενώ λίγο πιο κάτω υπάρχουν τα παλαιοπωλεία και το εργαστήριο κατασκευής αντικειμένων από γυαλί. Σίγουρα θα επισκεφτεί και τους ληνούς, δηλαδή τα μεγάλα «παλιά» πατητήρια, που με το μέγεθός τους ενυπωσιάζουν. Σ' αυτούς έβαζαν το σταφύλι και το πατούσαν για να βγει το ζουμί του, που το μάζευαν και το αποθήκευαν σε μεγάλα πυθάρια, για να πάρει τη ζύμωση, που χρειάζεται, για να γίνει το κρασί.

(Συνεχίζεται)

Νο168

ΤΡΟΟΔΟΣ
ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΡΟΟΔΟΥΣ

                    Επιστρέφουμε στις Πλάτρες κι απ' εκεί παίρνουμε τον ανηφορικό δρόμο για το Τρόοδος, ένα πολύ σύγχρονο κι άνετο δρόμο. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ότι κάπου ανάμεσα στο Τρόοδος και τις Πλάτρες ο δρόμος ήταν τόσο ελυκοειδής, ώστε σε κάποιο σημείο να σχηματίζει εφτά πολύ επικίνδυνες στροφές, που ήταν κι απότομες κατηφόρες ή ανηφόρες, ανάλογα με το προς τα πού κατευθυνόταν το αυτοκίνητο.
Όταν λέμε Τρόοδος συνήθως εννοούμε τον ορεινό όγκο, που είναι ο μεγαλύτερος στην Κύπρο, σε μάκρος, σε πλάτος και σε ύψος.
Η ψηλότερη κορυφή του Τροόδους λέγεται Όλυμπος ή Χιονίστρα κι εκεί λατρευόταν η θεά Αφροδίτη, η επωνομαζόμενη Ακραία. Εδώ στο ναό της Ακραίας Αφροδίτης, κατά το Νέαρχο Κληρίδη77 Κληρίδη Ν, Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, Λευκωσία - Κύπρου, 1961, σελ. 178 κατοικούσαν κι οι ενιά Μούσες, κόρες του Δία. Αργότερα κτίστηκαν χριστιανικοί ναοί, ένας εκ των οποίων ήταν του Τιμίου Σταυρού, στη Χιονίστρα (1,952 μέτρα ύψος), εκεί που σήμερα οι Άγγλοι έχουν εγκαταστήσει τα μεγάλα τους κατασκοπευτικά ραντάρς.
Εδώ η μέγιστη μηνιαία θερμοκρασία είναι 22.7οΚ (Κελσίου) τον Αύγουστο και 1.7οΚ το Γενάρη, ενώ η μέση ελάχιστη θερμοκρασία το Φεβράρη είναι 3οΚ κάτω από το μηδέν.
Ας σημειωθεί ότι εδώ βρίσκονταν κι οι παγόλακκοι, απ' όπου τους καλοκαιρινούς μήνες ξεκινούσαν, τις βραδινές ώρες, καραβάνια από  καμήλες που κουβαλούσαν πάγο στις πόλεις. Σήμερα, στις πλαγιές της Χιονίστρας υπάρχει κι η πίστα του Χιονοδρομικού Ομίλου Κύπρου, όπου οι λάτρεις των χειμερινών σπορς απολαμβάνουν το άθλημα της αρεσκείας τους.
Η Πλατεία Τροόδους, που βρίσκεται λίγο πιο χαμηλά, προσφέρει στους εκδρομείς χώρους για «πίκνικ», ωραία καφεστιατόρια, μικρά μαγαζάκια με ενθύμια (σουβενίρς), γήπεδα πετόσφαιρας (τένις). Σίγουρα στο δημόσιο κήπο (πάρκο) μπορεί κανείς να απολαύσει το φαγητό ή το ποτό του και να ξεκουραστεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Πλατεία τους χειμερινούς μήνες, όπου καθισμένος σ' ένα απ' τα καφεστιατόρια απολαμβάνει κανείς τη ζεστασιά της «τσιμινιάς», του τζακιού, ενώ έξω πέφτουν οι νυφάδες του χιονιού.
Από την Πλατεία ξεκινούν διάφοροι δρόμοι, όπως προς τις Πλάτρες,  προς τον Πρόδρομο ή προς τον Καρβουνά.
Παίρνοντας το δρόμο προς τον Καρβουνά αφήνουμε στ' αριστερά μας δυο μεγάλα δασικά πάρκα κατάλληλα διασκευασμένα από την Κυβέρνηση ώστε να μπορεί ο κόσμος να κάνει τις εκδρομές του, να έχει τις απαιτούμενες διευκολύνσεις, όπως νερό, τραπέζια, χώρους σκουπιδιών, αποχωρητήρια, ψησταριές, τους ειδικούς δηλαδή χώρους που ψήνονται οι σούβλες χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης πυρκαγιάς.
Λίγο πιο κάτω, ο αγροτικός δρόμος προς τα δεξιά οδηγεί προς «Τα Λούματα των Αετών», ένα κατασκηνωτικό χώρο, που τον θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν το 1970 όταν το 68ο Σύστημα Προσκόπων Αθηαίνου είχαμε προγραμματίσει την πρώτη μας προσκοπική κατασκήνωση στο μέρος αυτό κι ως υπεύθυνος των Λυκοπούλων είχα αναλάβει μαζί με τον υπεύθυνο των Προσκόπων μας την όλη διοργάνωση. Φυσικά αυτή η κατασκήνωση διέφερε από τις προηγούμενες, που είχα λάβει μέρος, γιατί σ' εκείνες όλα τα έφτιαχναν ειδικοί κι εμείς ως εκπαιδευτικοί είχαμε ευθύνη για το διδακτικό και ψυχαγωγικό μέρος των παιδιών, ενώ εδώ είχαμε οι ίδιοι την όλη φροντίδα κι ευθύνη της προμήθειας και του μαγειρέματος για 30 παιδιά,  την καθαριότητα, το πλύσιμο των ρούχων, την ταχτοποίηση των κρεβατιών σε τσαντήρια, (αντίσκηνα), και πολλά άλλα. Παράλληλα μ' αυτά είχαμε τις πεζοπορίες, την εξερεύνηση του περιβάλλοντος και τη βραδινή ψυχαγωγία, γύρω από την προσκοπική φωτιά. Ήταν η πρώτη φορά για όλους τους κατασκηνωτές που είδαμε από τόσο κοντά αετούς, αφού ερχόντουσαν εκεί κοντά για νερό. Πράγματι είναι ξεχωριστή εμπειρία να βλέπεις ζωντανούς τους αετούς να πετούν πάνω απ' το κεφάλι σου ή να στέκονται καμαρωτοί σε μια βουνοπλαγιά!...
Προχωρώντας λίγο πιο κάτω και βλέποντας τα πετρώματα δεξιά κι αριστερά του δρόμου καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε σε περιοχή εξόρυξης αμιάντου. Ο δρόμος, άνκαι πλατύς και άνετος, κατηφορίζει κάπως απότομα. Απέναντί μας βλέπουμε βουνοπλαγιές δεντροφυτεμένες με σύστημα. Εδώ ήταν τα αμιαντωρυχεία της Κύπρου, γνωστά από τα αρχαία χρόνια. Τα ορυχεία αυτά είχαν δώσει δουλειά και ψωμί σε αρκετούς αμιαντωρύχους, αλλά παράλληλα είχαν δώσει και την αμιαντόσκονη, που προκαλεί την πνευμοκονίαση, κι είχε στείλει πάρα πολλούς στον τάφο. Ευτυχώς σήμερα έχει κλείσει το αμιαντωρυχείο κι οι πλαγιές του έχουν δεντροφυτευτεί έτσι που τα δέντρα να φέρουν νέα ζωή στην περιοχή.
Όπως προχωρούμε, αφήνουμε στα δεξιά μας το «παλιό», μικρό νοσοκομείο του Αμιάντου, που πιστεύω ότι τώρα δεν λειτουργεί πια. Σε λίγο φτάνουμε στο σταυροδρόμι του Καρβουνά. Εδώ αν συνεχίσουμε το δρόμο προς τ' ανατολικά μπαίνουμε στην Πιτσιλιά, αν προχωρήσουμε βόρεια πάμε στη Σολιά, αν πάρουμε  το δρόμο προς τα δυτικά - είναι ο δρόμος, που ήρθαμε - επιστρέφουμε στο Τρόοδος ενώ αν πάμε προς τα νότια κατεβαίνουμε στη Λεμεσό.

ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΙΑ

Αφού βρισκόμαστε στα βουνά του Τροόδους με τα διάφορα αμπελοχώρια, γνωστά και ως κρασοχώρια, θα ήταν παράλειψη να μη γράψουμε και δυο λόγια για τα δυο «εθνικά οινικά προϊόντα» της Κύπρου, τη βασίλισσα των κυπριακών κρασιών, την κουμανταρία88 Η Κουμανδαρία ή κουμανταρία είναι ένα γλυκό επιδόρπιο κρασί, που παράγεται από ειδικές ντόπιες ποικιλίες σταφυλιού κι έχει κατοχυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προϊόν ελεγχόμενης ονομασίας προελευσης.  Τα συγγενικά του επιδόρπια κρασιά υπάγονται στην κατηγορία «ενδυναμωμένων οίνων», των «οίνων λικέρ», κι εδώ στην Αυστραλία των λεγομένων «πορτ, port»., και το απόσταγμα καρδιάς, τη ζιβανία. Δυο ποτά που συνόδευαν και συνοδεύουν τον κύπριο τόσο στις χαρές και στις διασκεδάσεις, όσο και στις λύπες του, όπως είναι ο θάνατος.

(Συνεχίζεται)
======================================

Γ. ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΜΑΡΑΘΑΣΑ


Η αγάπη των Κυπρίων για το κρασί χάνεται στα αρχαία χρόνια κάτι που μαρτυρείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, τις επιγραφές, τις αναφορές των γεωγράφων και των φιλόσοφων της αρχαιότητας. Μια τέτοια επιγραφή ανακαλύφτηκε σε αρχαίο κύλικα στο Μάριο, που γράφει: «Χαίρε και πίει εύ», που θυμίζει κάπως το νεότερο σλόκαν της Γιορτής του Κρασιού στη Λεμεσό: «Πίννε κρασίν νάσιεις ζωήν».

Είναι γνωστό ότι σχεδόν όλοι οι αμπελώνες της Κύπρου βρίσκονται στο ορεινό σύμπλεγμα του Τροόδους, κυρίως προς τα νότια και νοτιοδυτικά της Πλατείας Τροόδους, δηλαδή στις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου, άνκαι υπάρχουν αρκετά «αμπέλια» και στις επαρχίες Λευκωσία και Λάρνακα.

Γλυκόποτα κυπριακά κρασιά υπάρχουν αρκετά, μα απ’ όλα ξεχωρίζει η κουμανταρία, που παράγεται στην «περιοχή Κουμανδαρίας», σ’ ένα σύμπλεγα 14 χωριών στους νότιους πρόποδες του Τροόδους κι είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη με το διάταγμα ΚΔΠ41/90 και την εγγραφή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση . Tη γεύση, τη μυρωδιά, το χρώμα και τη γλύκα της, μ’ άλλα λόγια την αυθεντικότητά της, η κουμανταρία την οφείλει κυρίως στη γεωγραφική της προέλευση, τη σύσταση του εδάφους, στις κλιματολογικές συνθήκες (άνυδρη γη και πλούσιος καυτός ήλιος), στις γηγενείς ποικιλίες σταφυλιών («Ξυνιστέρι» και «Ντόπιο Μαύρο»), που χρησιμοποιούνται καθώς και στη διαδικασία παραγωγής.

Πιστεύεται ότι το γλυκόποτο λιαστό  κρασί της Κύπρου παραγόταν από τα αρχαία χρόνια αφού πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες στην Ερήμη [Πορφύριος Δίκαιος (1932-1935) και Maria Rosaria Belgiorno (2005)] το ανάγουν και μέχρι το 3500π.Χ. . Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ότι «η Κουμανδαρία λοιπόν είναι αναμφισβήτητα το αρχαιότερο κρασί στον κόσμο που υπάρχει μέχρι σήμερα και σίγουρα το πιο εντυπωσιακό τόσο σε ιστορία όσο και σε ποιότητα από όλα τα κρασιά της κατηγορίας του».

               Το γλυκόπιοτο αυτό κρασί πήρε τ’ όνομα Κουμανδαρία κατά το Μεσαίωνα όταν o Άγγλος βασιλιάς Ριχάρδος είχε εκχωρήσει την Κύπρο στο Γάλλο βασιλέα της Ιερουσαλήμ Γουστάβο Λουζινιάν (Guy de Lusignan) το 1192. Οι Λουζινιανοί αναγνώρισαν την αξία του κρασιού, το καλλιέργησαν στο φέουδο της Μεγάλης Κουμανδαρίας - στην περιοχή του Κολοσσιού, δυτικά της Λεμεσού - το τελειοποίησαν και το έκαναν περιζήτητο στα πιο γνωστά εμπορικά κέντρα της Μεσογείου. Από τον τόπο παραγωγής, δηλαδή το φέουδο “Grande Commanderie”, πήρε το όνομα Κουμανδαρία.

               Τέτοια λοιπόν ήταν η φήμη της Κουμανταρίας, «που ώθησε Πορτογάλλους εμπόρους της εποχής να μεταφέρουν μοσχεύματα κυπριακών ποικιλιών στο Νησί Μαδέρα, όπου τα φύτεψαν και αφού αυτά ευδοκίμησαν και καρποφόρησαν έδωσαν το γλυκό και πολύ γνωστό σήμερα κρασί Madeira» .

Σύμφωνα με τον Κυριάκο Δ. Παπαδόπουλο , οινολόγο και συγγραφέα, η ποιότητα της κουμαντραρίας είναι αδιαμφισβήτητη κι ανάλογα με την ηλικία, τη σύνθεση και την παλαίωσή της μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει διάφορα αρώματα, όπως το άρωμα σταφίδας, μελιού, δρυός, κανέλας, γαρύφαλλου, χαρουπιού, καραμέλας, βανίλιας, κ.ά. Η γεύση της είναι γλυκιά και φλογερή και το χρώμα της είναι κεχριμπαρένιο μέχρι σκούρο χρυσό.

Μπορεί κανείς να το προμηθευτεί κι εδώ στην Αδελαΐδα από διάφορα οινοπωλεία ή «Ελληνικά» καταστήματα.


ZIBANIA


Η ζιβανία ή τζιβανία ή ζιβάνα είναι ένα παραδοσιακό κυπριακό απόσταγμα, που παράγεται από στέμφυλα, δηλαδή από υπολείμματα σταφυλιών, που συμπιέστηκαν ώστε να βγει το ζουμί για την παραγωγή κρασιού. Τα στέμφυλα συμπεριλαμβανομένων  των μίσχων και των σπόρων, γνωστά κι ως ζίβανα, απαλλαγμένα από αρρώστιες, λιώματα ή σάπια, είτε μόνα τους είτε με κάποια ανάμειξη ξηρών κρασιών κυπριακής παραγωγής μπαίνουν στο καζάνι. Εκεί γίνεται η απόσταξη είτε με τη χρήση των παραδοσιακών συσκευών απόσταξης είτε στα σύγχρονα αποσταχτήρια, αφού προηγουμένως τα ζίβανα υποστούν κάποια ζύμωση. Με το βράσιμο των ζιβάνων στον άμβυκα, δηλαδή το ειδικό, κατά προτίμηση, χάλκινο καζάνι, παράγονται υδρατμοί, που μέσω ειδικού σωλήνα περνούν μέσα από κρύο νερό, τον ψυχτήρα, υγροποιούνται και ρέουν σε ειδικό δοχείο. Το απόσταγμα, στην αρχή είναι πολύ δυνατό «σε σπίρτο», δηλαδή βγαίνει η πολύ δυνατή ζιβανία, η κεφαλή, ακολουθεί η κανονική, η καρδιά, και το τέλος η αδύνατη, η ουρά. Έτσι, πολλές φορες, ο ζιβανοποιός αναμιγνύει την πολύ δυνατή με την αδύνατη σε τέτοια αναλογία, που τη φέρνει στη σπιρτάδα, στα γράδα που θέλει.

               Σύμφωνα με το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων Κύπρου, πιστεύεται ότι την απόσταξη στην Κύπρο την έφεραν οι Βενετοί Αχημιστές  το 12ο αιώνα, άνκαι η απόσταξη με απλό αποστακτήρα τοποθετείται στα Αλεξανδρινά χρόνια. Το απόσταγμα αυτό οι κύπριοι το χρησιμοποιούσαν ως ποτό ή και ως φάρμακο, κυρίως για εντριβές.



Ας σημειωθεί ότι «(η) ρακή (ή το ρακί), τσίπουρο, τσικουδιά και ζιβανία είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα» , παράγεται με τον ίδιο τρόπο άνκαι μπορεί να διαφέρει ως προς την ποικιλία του σταφυλιού που χρησιμοποιείται. Επίσης για την απόσταξη αλκοολούχου ποτού σε μερικές χώρες χρησιμοποιούνται άλλα προϊόντα, όπως σύκα, ροδάκινα, δαμάσκηνα, κ.ά. Κατά την τελευταία απόσταξη μερικοί οινοποιοί προσθέτουν γλυκάνισσο κι έτσι παράγεται το ούζο ή ζούκκι, όπως είναι γνωστότερο στην Κύπρο, ή κι άλλα αιθέρια αρωματικά έλαια για να δώσουν μια διαφορετική γεύση.

Από το 2004 η ζιβανία έχει προστατευθεί στο πλαίσιο των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΚ1576/89) που ορίζει ότι η ονομασία Ζιβανία έχει κατοχυρωθεί για το αλκοολούχο ποτό που παράγεται μόνο στην Κύπρο. Έτσι η ζιβανία δεν μπορεί υπ’ αυτή τη μορφή να παραχθεί σε άλλη χώρα ούτε και άλλη χώρα μπορεί να εμπορευτεί μ’ αυτό το όνομα.

Η ζιβανία συνήθως πίνεται καλά παγωμένη, συνοδευόμενη από κυπριακούς μεζέδες, όπως σουτζιούκο, κιοφτέρι, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, κ.ά. Η ζιβανία, με τη χαρακτηριστική της γεύση και άρωμα, είναι το ποτό της παρέας, της διασκέδασης, της κουβέντας. Είναι το πιοτό των μερακλήδων, αυτών που ξέρουν πώς και πόση να πιουν, αυτών που ξέρουν πότε να σταματήσουν, γιατί είναι δυνατό οινοπνευματώδες ποτό και εύκολα μπορεί κάποιος να ζαλιστεί ή και να μεθύσει.

ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

Κλείνουμε το αφιέρωμά μας στην κουμανταρία και τη ζιβανία με τη Γιορτή του Κρασιού στη Λεμεσό.

Φέτος (2010) διοργανώθηκε στη Λεμεσό η 49η Γιορτή του Κρασιού. Ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής, ο Δήμαρχος της πόλης, «χαραχτήρισε το ετήσιο γεγονός ύμνο και αφιέρωμα στο αρχαιότερο ίσως προϊόν της κυπριακής γης. ..... Πρέπει να νιώθουμε όλοι περήφανοι, γιατί η πατρίδα μας είναι στη σημερινή Ευρώπη η αρχαιότερη κοιτίδα της αμπέλου, με τους Κύπριους να παράγουν κρασί πρώτοι απ’ όλους στη γηραιά ήπειρο, πριν από σχεδόν 5,000 χρόνια και με την κουμανδαρία μας να είναι το παλαιότερο επώνυμο κρασί στον κόσμο»

Εις υγείαν!.... και καλή σας διασκέδαση.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1.              httl:el.wikipedia.org

2.              Karouzis Christina, Cyprus Road & Tour Map, SELAS Ltd, Nicosia

3.              www.//ec.europa.eu/enterprise/sectors/tourism/eden/themes

4.              www.ageofimmortals.com

5.              www.antigonepapadopoulou.com/articles

6.              www.cyprusfoodndrinks.com

7.              www.cyprusfoodndrinks.com/cgibin/hweb?-A=1744&-V=news

8.              www.cypruswinemuseum.com/eng/wine_museum/?conic=818

9.              www.cypruswinepages.com

10.           www.el.wikipedia.org

11.           www.europa.eu/enterprise/sectors/tourism/eden/themes

12.           www.hellenica.de/Griechenland/Zypern/GR/Marathasa

13.           www.politis-news.com/cgibin/hweb?-A=643&-V=fakeloiarticles

14.           www.prodromos.org.cy/history.shtm

15.           www.sigmalive.com/simerini/news/social/83461

16.           www.visitcyprus.com/wps/portal

17.           www.wpc.org.cy

18.           www.wpc.org.cy (Συµβούλιο Αµπελοοινικών Προϊόντων Κύπρου)

19.           Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, Κύπρος η Αγία Νήσος, Λευκωσία 1997

20.           Καρούζη Γ., Γεωγραφία της Κύπρου, Λευκωσία 1979

21.           Κεβόρκ Κ. Κεσισιάν, Ρωµαντική Κύπρος (Μετάφραση 14ης έκδοσης: Κύπρος Ψυλλίδης), Λευκωσία, Κύπρος, 1973

22.           Κληρίδη Ν, Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, Λευκωσία – Κύπρου, 1961

23.           Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

24.           Μπότσαρη Α., Λεξικό των Ηρώων της ΕΟΚΑ, 1968

25.           Προσωπικές εµπειρίες


   =========================================