Ιστοριούλα
====================================
Το χαρτί κλαίει (Ντίνος Γκρους)
Μεσημέρι. Σταμάτησαν κάτω απ’ το δέντρο να δροσιστούν στον ίσκιο του. Είχαν κουραστεί και τα δυο. Δε μιλούσαν.
Ένα ξερό φύλλο έπεσε στα μαλλάκια της μικρής. Κόλλησε στον ιδρώτα.
Το αγοράκι άπλωσε το χέρι του και έπιασε το φύλλο. Το κοριτσάκι γύρισε και το κοίταξε χαμογελώντας.
-Το καημένο, ψιθύρισε.
-Νομίζεις πως κλαίει, πρόσθεσε το αγοράκι.
- Κλαίει αληθινά. Σωστά το είπες.
Σώπασαν για λίγο. Οπωσδήποτε είχαν πέσει σε σκέψεις. Γιατί να ξεκολλήσει από το σώμα του δέντρου και να πέσει;
-Ξέρεις κάτι, είπε το αγοράκι. Κι εμείς θα κλαίγαμε αν μας έκοβαν το δάχτυλο.
-Ναι, αλλά δεν είναι το ίδιο, παρατήρησε η μικρή. Αυτά τα φύλλα πέφτουν μόνα τους, ξεκολλάνε. Είναι σαν τα μαλλιά μας που πέφτουν καμμιά φορά μόνα τους. Γερνάνε.
-Γερνάμε κ’ εμείς;
Σκέψεις.
-Αφού τα μαλλιά μας γερνάνε και πέφτουν; Δικά μας δεν είναι;
-Χμ… Άρα γερνάμε κ’ εμείς.
-Αυτό όμως δε σημαίνει πως είμαστε γέροι!
-Ε…. Ακόμα. Περίμενε και θα δεις.
-Ναι, όπως η μαμά μου.
-Και οι δικιά μου.
Η μικρή έκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα τη μαμά της.
Εκείνος άφησε το βλέμμα του να φύγει μακριά, όσο έβλεπε…
-Ξέρεις κάτι; είπε , κοντοστάθηκε και συνέχισε. Άκου τι είπα μέρα στη μαμά μου. Όταν γύριζα από το σχολείο με το λεωφορείο, στεκόμουνα γιατί δεν είχε θέσει να καθίσω. Σε μια στροφή βρέθηκα στην ποδιά μιας γυναίκας… Ζήτησα συγγνώμη και σηκώθηκα, αλλά αυτή τη γριά με στραβοκοίταξε!
Η μαμά μου τότε με ρώτησε: «Και… πόσο χρονών ήταν αυτή η ..γριά;»
«ξέρω κ’ εγώ, της είπα, να, μπορεί να ήταν σαράντα, σαράντα πέντε!
-Α, έκανε η μαμά γελώντας, δηλαδή με περνάει δυο χρόνια!...
Έσκασαν στα γέλια τα μικρά.
Σιωπή πάλι. Πολύ ελαφρύ ήταν το αεράκι που πήρε το άλλο φύλλο. Κάπως πιο χλωρό αυτό. Τούμπες έκανε στο έδαφος καθώς το έσπρωχνε ο αέρας. Κύλισε, έγειρε στο χώμα. Χάζευαν τα παιδάκια τις κινήσεις και τα παιχνίδια της φύσης.
-Ξέρεις κάτι, Ανθούλα; Και τα δέντρα ζούνε.
-Ναι, το ξέρω. Είναι κι αυτά ζωντανά. Μόνο που δεν έχουν πόδια και χέρια και έτσι δεν μπορούν να κινηθούν.
-Τα καημένα!
Εκείνη τη στιγμή το αεράκι έφερε ένα φύλλο χαρτί στα πόδια τους. Ατσαλάκωτο, λευκό, δεν κουνιόταν άλλο.
Τέσσερα παιδικά μάτια καρφώθηκαν στο χαρτί.
Τι σκέφτονταν; Τι περνούσε από το μυαλό τους;
Τα βλέμματα έκαναν στροφή προς τα πρόσωπα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μιλούσαν χωρίς λόγια. Μόνο με σκέψεις.
Το χαρτί τους άκουγε. Δε μιλούσε. Τους κοίταζε. Λυπημένο φαινόταν. Γιατί άραγε;
-Σσσς! Έκανε ξαφνικά, σιγά η μικρή. Σσσς, μη μιλάς , είπε ψιθυριστά.
Ο μικρός γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά.
Η Ανθούλα έσκυψε στ’ αυτί του: «Κάτι θέλει να μας πει νομίζω… Άκου, κάτι λέει.
-Ναι,… Αλήθεια λες, μας μιλάει. Τώρα ακούγονται καθαρά τα λογάκια του... «Κ’ εγώ ένα κομματάκι από δέντρο είμαι…»
Δυο παιδικά στοματάκια άνοιξαν κ’ έμειναν ακίνητα σε κείνη τη στάση. Σαν αχνός ανέβγαινε η απορία απ’ τα στοματάκια. Θαύμα; Τι έγινε; Ένα κομμάτι χαρτί ήταν και …μιλούσε; Γίνονται τέτοια θαύματα;…
Πόσες στιγμές παιδικές πέρασαν σε απόλυτη σιγή. Ένα χάδι θρόισμα μέσα στα μισόξερα φύλλα συμπλήρωνε τη μουσική αρμονία,
Μήπως είναι από κείνα τα θαύματα, ή «θάματα», όπως τα ’λεγε η κυρα ’Στέρω της γειτονιάς τους; Ή τα άλλα, τα κάπως πιο λογικά, όπως τους τα εξιστορούσε η δασκάλα τους, η καλή, όχι η άλλη η στρίγγλα που τους έβαζε τιμωρία.
«Σσσς!» μίλησε ο Θανασάκης. «Άκου. Νομίζω πως ξαναμιλάει».
Τα λογάκια ακούστηκαν κουρασμένα, γεμάτα πόνο κι απογοήτευση.
«Κ’ εγώ από ένα δέντρο κόπηκα. Όμως, όχι όπως αυτά τα φύλλα που πέφτουν επειδή έφτασε η ώρα τους… Εμένα μ’ έκοψε χέρι ανθρώπου. Ένα χέρι βάρβαρο που σκότωσε τον πατέρα μου, που είχε βγάλει κλαδιά και παρακλάδια, σαν κ’ εσάς: παιδιά και παιδάκια… Το ίδιο χέρι που σκότωσε και τον παππού μου, και τη γιαγιά μου, και ολόκληρη τη γειτονιά μου… Κ’ εσείς παίζετε κει χάμω, πάνω στα χώματα που τότε ήταν καταπράσινα. Σε κάποια γωνίτσα ίσως βρίσκονται τα τσιμέντα που τους έθαψαν όλους για να χτιστούν πολυκατοικίες…»
(Συνεχίζεται).